HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ισοφαρίζω — definition

Conjugation of ισοφαρίζω

Regular CEFR B2
i.so.faˈɾi.zo

επανέρχομαι στο ίδιο αποτέλεσμα που είχε ο αντίπαλός μου, πετυχαίνω την ισοπαλία στο παιχνίδι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ισοφαρίζω
εσύ ισοφαρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ισοφαρίζει
εμείς ισοφαρίζουμε
εσείς ισοφαρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοφαρίζουν
Παρατατικός
εγώ ισοφάριζα
εσύ ισοφάριζες
αυτός / αυτή / αυτό ισοφάριζε
εμείς ισοφαρίζαμε
εσείς ισοφαρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοφάριζαν
Αόριστος
εγώ ισοφάρισα
εσύ ισοφάρισες
αυτός / αυτή / αυτό ισοφάρισε
εμείς ισοφαρίσαμε
εσείς ισοφαρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοφάρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ισοφαρίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ισοφαρίσω
εσύ ισοφαρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ισοφαρίσει
εμείς ισοφαρίσουμε
εσείς ισοφαρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοφαρίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ισοφάριζε
εσείς ισοφαρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ισοφάρισε
εσείς ισοφαρίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ισοφαρίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ισοφαρίζομαι
εσύ ισοφαρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ισοφαρίζεται
εμείς ισοφαριζόμαστε
εσείς ισοφαρίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοφαρίζονται
Παρατατικός
εγώ ισοφαριζόμουν
εσύ ισοφαριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ισοφαριζόταν
εμείς ισοφαριζόμασταν
εσείς ισοφαριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ισοφαρίζονταν
Αόριστος
εγώ ισοφαρίστηκα
εσύ ισοφαρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ισοφαρίστηκε
εμείς ισοφαριστήκαμε
εσείς ισοφαριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοφαρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ισοφαριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ισοφαριστώ
εσύ ισοφαριστείς
αυτός / αυτή / αυτό ισοφαριστεί
εμείς ισοφαριστούμε
εσείς ισοφαριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοφαριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ισοφαρίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ισοφαρίσου
εσείς ισοφαριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ισοφαριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary