Conjugation of ισοφαρίζω
i.so.faˈɾi.zoεπανέρχομαι στο ίδιο αποτέλεσμα που είχε ο αντίπαλός μου, πετυχαίνω την ισοπαλία στο παιχνίδι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ισοφαρίζω |
| εσύ | ισοφαρίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ισοφαρίζει |
| εμείς | ισοφαρίζουμε |
| εσείς | ισοφαρίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ισοφαρίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ισοφάριζα |
| εσύ | ισοφάριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ισοφάριζε |
| εμείς | ισοφαρίζαμε |
| εσείς | ισοφαρίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ισοφάριζαν |
Αόριστος
| εγώ | ισοφάρισα |
| εσύ | ισοφάρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ισοφάρισε |
| εμείς | ισοφαρίσαμε |
| εσείς | ισοφαρίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ισοφάρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ισοφαρίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ισοφαρίσω |
| εσύ | ισοφαρίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ισοφαρίσει |
| εμείς | ισοφαρίσουμε |
| εσείς | ισοφαρίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ισοφαρίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ισοφάριζε |
| εσείς | ισοφαρίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ισοφάρισε |
| εσείς | ισοφαρίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ισοφαρίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ισοφαρίζομαι |
| εσύ | ισοφαρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ισοφαρίζεται |
| εμείς | ισοφαριζόμαστε |
| εσείς | ισοφαρίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ισοφαρίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ισοφαριζόμουν |
| εσύ | ισοφαριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ισοφαριζόταν |
| εμείς | ισοφαριζόμασταν |
| εσείς | ισοφαριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ισοφαρίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ισοφαρίστηκα |
| εσύ | ισοφαρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ισοφαρίστηκε |
| εμείς | ισοφαριστήκαμε |
| εσείς | ισοφαριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ισοφαρίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ισοφαριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ισοφαριστώ |
| εσύ | ισοφαριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ισοφαριστεί |
| εμείς | ισοφαριστούμε |
| εσείς | ισοφαριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ισοφαριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ισοφαρίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ισοφαρίσου |
| εσείς | ισοφαριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ισοφαριστεί |