Conjugation of ισοπεδώνω
i.so.peˈðo.noκαταστρέφω ολοκληρωτικά ένα κτίσμα, κατεδαφίζω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ισοπεδώνω |
| εσύ | ισοπεδώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ισοπεδώνει |
| εμείς | ισοπεδώνουμε |
| εσείς | ισοπεδώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ισοπεδώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | ισοπέδωνα |
| εσύ | ισοπέδωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ισοπέδωνε |
| εμείς | ισοπεδώναμε |
| εσείς | ισοπεδώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ισοπέδωναν |
Αόριστος
| εγώ | ισοπέδωσα |
| εσύ | ισοπέδωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ισοπέδωσε |
| εμείς | ισοπεδώσαμε |
| εσείς | ισοπεδώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ισοπέδωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ισοπεδώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ισοπεδώσω |
| εσύ | ισοπεδώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ισοπεδώσει |
| εμείς | ισοπεδώσουμε |
| εσείς | ισοπεδώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ισοπεδώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ισοπέδωνε |
| εσείς | ισοπεδώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ισοπέδωσε |
| εσείς | ισοπεδώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ισοπεδώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ισοπεδώνομαι |
| εσύ | ισοπεδώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ισοπεδώνεται |
| εμείς | ισοπεδωνόμαστε |
| εσείς | ισοπεδώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ισοπεδώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ισοπεδωνόμουν |
| εσύ | ισοπεδωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ισοπεδωνόταν |
| εμείς | ισοπεδωνόμασταν |
| εσείς | ισοπεδωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ισοπεδώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | ισοπεδώθηκα |
| εσύ | ισοπεδώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ισοπεδώθηκε |
| εμείς | ισοπεδωθήκαμε |
| εσείς | ισοπεδωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ισοπεδώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ισοπεδωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ισοπεδωθώ |
| εσύ | ισοπεδωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ισοπεδωθεί |
| εμείς | ισοπεδωθούμε |
| εσείς | ισοπεδωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ισοπεδωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ισοπεδώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ισοπεδώσου |
| εσείς | ισοπεδωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ισοπεδωθεί |