HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ισοπεδώνω — definition

Conjugation of ισοπεδώνω

Regular CEFR B2
i.so.peˈðo.no

καταστρέφω ολοκληρωτικά ένα κτίσμα, κατεδαφίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ισοπεδώνω
εσύ ισοπεδώνεις
αυτός / αυτή / αυτό ισοπεδώνει
εμείς ισοπεδώνουμε
εσείς ισοπεδώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοπεδώνουν
Παρατατικός
εγώ ισοπέδωνα
εσύ ισοπέδωνες
αυτός / αυτή / αυτό ισοπέδωνε
εμείς ισοπεδώναμε
εσείς ισοπεδώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοπέδωναν
Αόριστος
εγώ ισοπέδωσα
εσύ ισοπέδωσες
αυτός / αυτή / αυτό ισοπέδωσε
εμείς ισοπεδώσαμε
εσείς ισοπεδώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοπέδωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ισοπεδώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ισοπεδώσω
εσύ ισοπεδώσεις
αυτός / αυτή / αυτό ισοπεδώσει
εμείς ισοπεδώσουμε
εσείς ισοπεδώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοπεδώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ισοπέδωνε
εσείς ισοπεδώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ισοπέδωσε
εσείς ισοπεδώστε
Απαρέμφατο αορίστου
ισοπεδώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ισοπεδώνομαι
εσύ ισοπεδώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ισοπεδώνεται
εμείς ισοπεδωνόμαστε
εσείς ισοπεδώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοπεδώνονται
Παρατατικός
εγώ ισοπεδωνόμουν
εσύ ισοπεδωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ισοπεδωνόταν
εμείς ισοπεδωνόμασταν
εσείς ισοπεδωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ισοπεδώνονταν
Αόριστος
εγώ ισοπεδώθηκα
εσύ ισοπεδώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ισοπεδώθηκε
εμείς ισοπεδωθήκαμε
εσείς ισοπεδωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοπεδώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ισοπεδωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ισοπεδωθώ
εσύ ισοπεδωθείς
αυτός / αυτή / αυτό ισοπεδωθεί
εμείς ισοπεδωθούμε
εσείς ισοπεδωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ισοπεδωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ισοπεδώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ισοπεδώσου
εσείς ισοπεδωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ισοπεδωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary