HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ιριδίζω — definition

Conjugation of ιριδίζω

Regular CEFR B1
i.riˈði.zo

κάνω να εμφανιστούν τα χρώματα της ίριδας σε μια επιφάνεια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ιριδίζω
εσύ ιριδίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ιριδίζει
εμείς ιριδίζουμε
εσείς ιριδίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ιριδίζουν
Παρατατικός
εγώ ιρίδιζα
εσύ ιρίδιζες
αυτός / αυτή / αυτό ιρίδιζε
εμείς ιριδίζαμε
εσείς ιριδίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ιρίδιζαν
Αόριστος
εγώ ιρίδισα
εσύ ιρίδισες
αυτός / αυτή / αυτό ιρίδισε
εμείς ιριδίσαμε
εσείς ιριδίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ιρίδισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ιριδίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ιριδίσω
εσύ ιριδίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ιριδίσει
εμείς ιριδίσουμε
εσείς ιριδίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ιριδίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ιρίδιζε
εσείς ιριδίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ιρίδισε
εσείς ιριδίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ιριδίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary