Conjugation of ιριδίζω
i.riˈði.zoκάνω να εμφανιστούν τα χρώματα της ίριδας σε μια επιφάνεια Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ιριδίζω |
| εσύ | ιριδίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ιριδίζει |
| εμείς | ιριδίζουμε |
| εσείς | ιριδίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ιριδίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ιρίδιζα |
| εσύ | ιρίδιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ιρίδιζε |
| εμείς | ιριδίζαμε |
| εσείς | ιριδίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ιρίδιζαν |
Αόριστος
| εγώ | ιρίδισα |
| εσύ | ιρίδισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ιρίδισε |
| εμείς | ιριδίσαμε |
| εσείς | ιριδίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ιρίδισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ιριδίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ιριδίσω |
| εσύ | ιριδίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ιριδίσει |
| εμείς | ιριδίσουμε |
| εσείς | ιριδίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ιριδίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ιρίδιζε |
| εσείς | ιριδίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ιρίδισε |
| εσείς | ιριδίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ιριδίσει |