HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ιππεύω — definition

Conjugation of ιππεύω

Regular CEFR C2
iˈpe.vo

ανεβαίνω στην πλάτη ενός αλόγου και τρέχω, κάνω ιππασία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ιππεύω
εσύ ιππεύεις
αυτός / αυτή / αυτό ιππεύει
εμείς ιππεύουμε
εσείς ιππεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ιππεύουν
Παρατατικός
εγώ ίππευα
εσύ ίππευες
αυτός / αυτή / αυτό ίππευε
εμείς ιππεύαμε
εσείς ιππεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ίππευαν
Αόριστος
εγώ ίππευσα
εσύ ίππευσες
αυτός / αυτή / αυτό ίππευσε
εμείς ιππεύσαμε
εσείς ιππεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ίππευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ιππεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ιππεύσω
εσύ ιππεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό ιππεύσει
εμείς ιππεύσουμε
εσείς ιππεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ιππεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ίππευε
εσείς ιππεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ίππευσε
εσείς ιππεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
ιππεύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary