HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ικετεύω — definition

Conjugation of ικετεύω

Regular CEFR B1
i.ceˈte.vo

παρακαλώ με μεγάλη ένταση και ταπείνωση κάποιον να με λυπηθεί Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ικετεύω
εσύ ικετεύεις
αυτός / αυτή / αυτό ικετεύει
εμείς ικετεύουμε
εσείς ικετεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ικετεύουν
Παρατατικός
εγώ ικέτευα
εσύ ικέτευες
αυτός / αυτή / αυτό ικέτευε
εμείς ικετεύαμε
εσείς ικετεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ικέτευαν
Αόριστος
εγώ ικέτεψα
εσύ ικέτεψες
αυτός / αυτή / αυτό ικέτεψε
εμείς ικετέψαμε
εσείς ικετέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ικέτεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ικετέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ικετέψω
εσύ ικετέψεις
αυτός / αυτή / αυτό ικετέψει
εμείς ικετέψουμε
εσείς ικετέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ικετέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ικέτευε
εσείς ικετεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ικέτεψε
εσείς ικετέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ικετέψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary