Conjugation of ικετεύω
i.ceˈte.voπαρακαλώ με μεγάλη ένταση και ταπείνωση κάποιον να με λυπηθεί Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ικετεύω |
| εσύ | ικετεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ικετεύει |
| εμείς | ικετεύουμε |
| εσείς | ικετεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ικετεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | ικέτευα |
| εσύ | ικέτευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ικέτευε |
| εμείς | ικετεύαμε |
| εσείς | ικετεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ικέτευαν |
Αόριστος
| εγώ | ικέτεψα |
| εσύ | ικέτεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ικέτεψε |
| εμείς | ικετέψαμε |
| εσείς | ικετέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ικέτεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ικετέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ικετέψω |
| εσύ | ικετέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ικετέψει |
| εμείς | ικετέψουμε |
| εσείς | ικετέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ικετέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ικέτευε |
| εσείς | ικετεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ικέτεψε |
| εσείς | ικετέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ικετέψει |