HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ικανοποιώ — definition

Conjugation of ικανοποιώ

Regular CEFR C2
i.ka.no.piˈo

επιτυγχάνω με επαρκή τρόπο κάτι που είναι απαίτηση, επιθυμία ή ανάγκη κάποιου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ικανοποιώ
εσύ ικανοποιείς
αυτός / αυτή / αυτό ικανοποιεί
εμείς ικανοποιούμε
εσείς ικανοποιείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ικανοποιούν
Παρατατικός
εγώ ικανοποιούσα
εσύ ικανοποιούσες
αυτός / αυτή / αυτό ικανοποιούσε
εμείς ικανοποιούσαμε
εσείς ικανοποιούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ικανοποιούσαν
Αόριστος
εγώ ικανοποίησα
εσύ ικανοποίησες
αυτός / αυτή / αυτό ικανοποίησε
εμείς ικανοποιήσαμε
εσείς ικανοποιήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ικανοποίησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ικανοποιήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ικανοποιήσω
εσύ ικανοποιήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ικανοποιήσει
εμείς ικανοποιήσουμε
εσείς ικανοποιήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ικανοποιήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ικανοποιείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ικανοποίησε
εσείς ικανοποιήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ικανοποιήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ικανοποιούμαι
εσύ ικανοποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό ικανοποιείται
εμείς ικανοποιούμαστε
εσείς ικανοποιείστε
αυτοί / αυτές / αυτά ικανοποιούνται
Παρατατικός
εγώ ικανοποιούμουν
εσύ ικανοποιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ικανοποιούνταν
εμείς ικανοποιούμασταν
εσείς [ικανοποιούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά ικανοποιούνταν
Αόριστος
εγώ ικανοποιήθηκα
εσύ ικανοποιήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ικανοποιήθηκε
εμείς ικανοποιηθήκαμε
εσείς ικανοποιηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ικανοποιήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ικανοποιηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ικανοποιηθώ
εσύ ικανοποιηθείς
αυτός / αυτή / αυτό ικανοποιηθεί
εμείς ικανοποιηθούμε
εσείς ικανοποιηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ικανοποιηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ικανοποιείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ικανοποιήσου
εσείς ικανοποιηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ικανοποιηθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary