Conjugation of ικανοποιώ
i.ka.no.piˈoεπιτυγχάνω με επαρκή τρόπο κάτι που είναι απαίτηση, επιθυμία ή ανάγκη κάποιου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ικανοποιώ |
| εσύ | ικανοποιείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ικανοποιεί |
| εμείς | ικανοποιούμε |
| εσείς | ικανοποιείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ικανοποιούν |
Παρατατικός
| εγώ | ικανοποιούσα |
| εσύ | ικανοποιούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ικανοποιούσε |
| εμείς | ικανοποιούσαμε |
| εσείς | ικανοποιούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ικανοποιούσαν |
Αόριστος
| εγώ | ικανοποίησα |
| εσύ | ικανοποίησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ικανοποίησε |
| εμείς | ικανοποιήσαμε |
| εσείς | ικανοποιήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ικανοποίησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ικανοποιήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ικανοποιήσω |
| εσύ | ικανοποιήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ικανοποιήσει |
| εμείς | ικανοποιήσουμε |
| εσείς | ικανοποιήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ικανοποιήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ικανοποιείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ικανοποίησε |
| εσείς | ικανοποιήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ικανοποιήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ικανοποιούμαι |
| εσύ | ικανοποιείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ικανοποιείται |
| εμείς | ικανοποιούμαστε |
| εσείς | ικανοποιείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ικανοποιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | ικανοποιούμουν |
| εσύ | ικανοποιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ικανοποιούνταν |
| εμείς | ικανοποιούμασταν |
| εσείς | [ικανοποιούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ικανοποιούνταν |
Αόριστος
| εγώ | ικανοποιήθηκα |
| εσύ | ικανοποιήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ικανοποιήθηκε |
| εμείς | ικανοποιηθήκαμε |
| εσείς | ικανοποιηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ικανοποιήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ικανοποιηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ικανοποιηθώ |
| εσύ | ικανοποιηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ικανοποιηθεί |
| εμείς | ικανοποιηθούμε |
| εσείς | ικανοποιηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ικανοποιηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ικανοποιείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ικανοποιήσου |
| εσείς | ικανοποιηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ικανοποιηθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.