HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ιδρύω — definition

Conjugation of ιδρύω

Regular CEFR B1
i.ˈðri.o

δημιουργώ, παίρνω την πρωτοβουλία της δημιουργίας για Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ιδρύω
εσύ ιδρύεις
αυτός / αυτή / αυτό ιδρύει
εμείς ιδρύουμε
εσείς ιδρύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ιδρύουν
Παρατατικός
εγώ ίδρυα
εσύ ίδρυες
αυτός / αυτή / αυτό ίδρυε
εμείς ιδρύαμε
εσείς ιδρύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ίδρυαν
Αόριστος
εγώ ίδρυσα
εσύ ίδρυσες
αυτός / αυτή / αυτό ίδρυσε
εμείς ιδρύσαμε
εσείς ιδρύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ίδρυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ιδρύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ιδρύσω
εσύ ιδρύσεις
αυτός / αυτή / αυτό ιδρύσει
εμείς ιδρύσουμε
εσείς ιδρύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ιδρύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ίδρυε
εσείς ιδρύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ίδρυσε
εσείς ιδρύστε
Απαρέμφατο αορίστου
ιδρύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ιδρύομαι
εσύ ιδρύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ιδρύεται
εμείς ιδρυόμαστε
εσείς ιδρύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ιδρύονται
Παρατατικός
εγώ ιδρυόμουν
εσύ ιδρυόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ιδρυόταν
εμείς ιδρυόμασταν
εσείς ιδρυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ιδρύονταν
Αόριστος
εγώ ιδρύθηκα
εσύ ιδρύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ιδρύθηκε
εμείς ιδρυθήκαμε
εσείς ιδρυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ιδρύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ιδρυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ιδρυθώ
εσύ ιδρυθείς
αυτός / αυτή / αυτό ιδρυθεί
εμείς ιδρυθούμε
εσείς ιδρυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ιδρυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ιδρύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ιδρύσου
εσείς ιδρυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ιδρυθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary