Conjugation of ιδρύω
i.ˈðri.oδημιουργώ, παίρνω την πρωτοβουλία της δημιουργίας για Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ιδρύω |
| εσύ | ιδρύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ιδρύει |
| εμείς | ιδρύουμε |
| εσείς | ιδρύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ιδρύουν |
Παρατατικός
| εγώ | ίδρυα |
| εσύ | ίδρυες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ίδρυε |
| εμείς | ιδρύαμε |
| εσείς | ιδρύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ίδρυαν |
Αόριστος
| εγώ | ίδρυσα |
| εσύ | ίδρυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ίδρυσε |
| εμείς | ιδρύσαμε |
| εσείς | ιδρύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ίδρυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ιδρύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ιδρύσω |
| εσύ | ιδρύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ιδρύσει |
| εμείς | ιδρύσουμε |
| εσείς | ιδρύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ιδρύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ίδρυε |
| εσείς | ιδρύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ίδρυσε |
| εσείς | ιδρύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ιδρύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ιδρύομαι |
| εσύ | ιδρύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ιδρύεται |
| εμείς | ιδρυόμαστε |
| εσείς | ιδρύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ιδρύονται |
Παρατατικός
| εγώ | ιδρυόμουν |
| εσύ | ιδρυόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ιδρυόταν |
| εμείς | ιδρυόμασταν |
| εσείς | ιδρυόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ιδρύονταν |
Αόριστος
| εγώ | ιδρύθηκα |
| εσύ | ιδρύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ιδρύθηκε |
| εμείς | ιδρυθήκαμε |
| εσείς | ιδρυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ιδρύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ιδρυθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ιδρυθώ |
| εσύ | ιδρυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ιδρυθεί |
| εμείς | ιδρυθούμε |
| εσείς | ιδρυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ιδρυθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ιδρύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ιδρύσου |
| εσείς | ιδρυθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ιδρυθεί |