HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ιατρεύω — definition

Conjugation of ιατρεύω

Regular CEFR B1
i.aˈtɾe.vo

άλλη μορφή του γιατρεύω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ιατρεύω (γιατρεύω →)
εσύ ιατρεύεις
αυτός / αυτή / αυτό ιατρεύει
εμείς ιατρεύουμε
εσείς ιατρεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ιατρεύουν
Παρατατικός
εγώ ιάτρευα
εσύ ιάτρευες
αυτός / αυτή / αυτό ιάτρευε
εμείς ιατρεύαμε
εσείς ιατρεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ιάτρευαν
Αόριστος
εγώ ιάτρευσα
εσύ ιάτρευσες
αυτός / αυτή / αυτό ιάτρευσε
εμείς ιατρεύσαμε
εσείς ιατρεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ιάτρευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ιατρεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ιατρεύσω
εσύ ιατρεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό ιατρεύσει
εμείς ιατρεύσουμε
εσείς ιατρεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ιατρεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ιάτρευε
εσείς ιατρεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ιάτρευσε
εσείς ιατρεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
ιατρεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ιατρεύομαι
εσύ ιατρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ιατρεύεται
εμείς ιατρευόμαστε
εσείς ιατρεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ιατρεύονται
Παρατατικός
εγώ ιατρευόμουν
εσύ ιατρευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ιατρευόταν
εμείς ιατρευόμασταν
εσείς ιατρευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ιατρεύονταν
Αόριστος
εγώ ιατρεύθηκα
εσύ ιατρεύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ιατρεύθηκε
εμείς ιατρευθήκαμε
εσείς ιατρευθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ιατρεύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ιατρευθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ιατρευθώ
εσύ ιατρευθείς
αυτός / αυτή / αυτό ιατρευθεί
εμείς ιατρευθούμε
εσείς ιατρευθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ιατρευθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ιατρεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ιατρεύσου
εσείς ιατρευθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ιατρευθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary