HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← θωρώ — definition

Conjugation of θωρώ

Regular CEFR B1
θoˈro

κοιτάζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θωρώ
εσύ θωρείς
αυτός / αυτή / αυτό θωρεί
εμείς θωρούμε
εσείς θωρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θωρούν
Παρατατικός
εγώ θωρούσα
εσύ θωρούσες
αυτός / αυτή / αυτό θωρούσε
εμείς θωρούσαμε
εσείς θωρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά θωρούσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα θωρώ
εσύ θα θωρείς
αυτός / αυτή / αυτό θα θωρεί
εμείς θα θωρούμε
εσείς θα θωρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θα θωρούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς θωρείτε

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary