HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← θυσιάζω — definition

Conjugation of θυσιάζω

Regular CEFR B1
θi.siˈa.zo

παραιτούμαι από την απόλαυση υλικού ή πνευματικού αγαθού που έχει αξία για μένα για χάρη άλλου ή για ανώτερο σκοπό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θυσιάζω
εσύ θυσιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό θυσιάζει
εμείς θυσιάζουμε
εσείς θυσιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά θυσιάζουν
Παρατατικός
εγώ θυσίαζα
εσύ θυσίαζες
αυτός / αυτή / αυτό θυσίαζε
εμείς θυσιάζαμε
εσείς θυσιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά θυσίαζαν
Αόριστος
εγώ θυσίασα
εσύ θυσίασες
αυτός / αυτή / αυτό θυσίασε
εμείς θυσιάσαμε
εσείς θυσιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά θυσίασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θυσιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θυσιάσω
εσύ θυσιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό θυσιάσει
εμείς θυσιάσουμε
εσείς θυσιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά θυσιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ θυσίαζε
εσείς θυσιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θυσίασε
εσείς θυσιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
θυσιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θυσιάζομαι
εσύ θυσιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό θυσιάζεται
εμείς θυσιαζόμαστε
εσείς θυσιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά θυσιάζονται
Παρατατικός
εγώ θυσιαζόμουν
εσύ θυσιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό θυσιαζόταν
εμείς θυσιαζόμασταν
εσείς θυσιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά θυσιάζονταν
Αόριστος
εγώ θυσιάστηκα
εσύ θυσιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό θυσιάστηκε
εμείς θυσιαστήκαμε
εσείς θυσιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά θυσιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θυσιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θυσιαστώ
εσύ θυσιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό θυσιαστεί
εμείς θυσιαστούμε
εσείς θυσιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θυσιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς θυσιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θυσιάσου
εσείς θυσιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
θυσιαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary