Conjugation of θυσιάζω
θi.siˈa.zoπαραιτούμαι από την απόλαυση υλικού ή πνευματικού αγαθού που έχει αξία για μένα για χάρη άλλου ή για ανώτερο σκοπό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θυσιάζω |
| εσύ | θυσιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θυσιάζει |
| εμείς | θυσιάζουμε |
| εσείς | θυσιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θυσιάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | θυσίαζα |
| εσύ | θυσίαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θυσίαζε |
| εμείς | θυσιάζαμε |
| εσείς | θυσιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θυσίαζαν |
Αόριστος
| εγώ | θυσίασα |
| εσύ | θυσίασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θυσίασε |
| εμείς | θυσιάσαμε |
| εσείς | θυσιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θυσίασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θυσιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θυσιάσω |
| εσύ | θυσιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θυσιάσει |
| εμείς | θυσιάσουμε |
| εσείς | θυσιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θυσιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | θυσίαζε |
| εσείς | θυσιάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θυσίασε |
| εσείς | θυσιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θυσιάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θυσιάζομαι |
| εσύ | θυσιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | θυσιάζεται |
| εμείς | θυσιαζόμαστε |
| εσείς | θυσιάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θυσιάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | θυσιαζόμουν |
| εσύ | θυσιαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | θυσιαζόταν |
| εμείς | θυσιαζόμασταν |
| εσείς | θυσιαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θυσιάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | θυσιάστηκα |
| εσύ | θυσιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θυσιάστηκε |
| εμείς | θυσιαστήκαμε |
| εσείς | θυσιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θυσιάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θυσιαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θυσιαστώ |
| εσύ | θυσιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | θυσιαστεί |
| εμείς | θυσιαστούμε |
| εσείς | θυσιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θυσιαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | θυσιάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θυσιάσου |
| εσείς | θυσιαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θυσιαστεί |