Conjugation of θυμιατίζω
θi.mɲaˈti.zoκολακεύω κάποιον υπερβολικά, τον εγκωμιάζω σε υπερβολικό βαθμό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θυμιατίζω |
| εσύ | θυμιατίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θυμιατίζει |
| εμείς | θυμιατίζουμε |
| εσείς | θυμιατίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θυμιατίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | θυμιάτιζα |
| εσύ | θυμιάτιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θυμιάτιζε |
| εμείς | θυμιατίζαμε |
| εσείς | θυμιατίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θυμιάτιζαν |
Αόριστος
| εγώ | θυμιάτισα |
| εσύ | θυμιάτισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θυμιάτισε |
| εμείς | θυμιατίσαμε |
| εσείς | θυμιατίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θυμιάτισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θυμιατίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θυμιατίσω |
| εσύ | θυμιατίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θυμιατίσει |
| εμείς | θυμιατίσουμε |
| εσείς | θυμιατίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θυμιατίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | θυμιάτιζε |
| εσείς | θυμιατίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θυμιάτισε |
| εσείς | θυμιατίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θυμιατίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θυμιατίζομαι |
| εσύ | θυμιατίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | θυμιατίζεται |
| εμείς | θυμιατιζόμαστε |
| εσείς | θυμιατίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θυμιατίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | θυμιατιζόμουν |
| εσύ | θυμιατιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | θυμιατιζόταν |
| εμείς | θυμιατιζόμασταν |
| εσείς | θυμιατιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θυμιατίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | θυμιατίστηκα |
| εσύ | θυμιατίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θυμιατίστηκε |
| εμείς | θυμιατιστήκαμε |
| εσείς | θυμιατιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θυμιατίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θυμιατιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θυμιατιστώ |
| εσύ | θυμιατιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | θυμιατιστεί |
| εμείς | θυμιατιστούμε |
| εσείς | θυμιατιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θυμιατιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | θυμιατίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θυμιατίσου |
| εσείς | θυμιατιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θυμιατιστεί |