Conjugation of θυμίζω
θiˈmi.zoφέρνω κάτι στον νου μου ή σε κάποιου άλλου με κάποιον λόγο ή πράξη Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θυμήζω |
| εσύ | θυμήζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θυμήζει |
| εμείς | θυμήζουμε |
| εσείς | θυμήζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θυμήζουν |
Παρατατικός
| εγώ | θύμιζα |
| εσύ | θύμιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θύμιζε |
| εμείς | θυμήζαμε |
| εσείς | θυμήζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θύμιζαν |
Αόριστος
| εγώ | θύμισα |
| εσύ | θύμισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θύμισε |
| εμείς | θυμίσαμε |
| εσείς | θυμίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θύμισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θυμίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θυμίσω |
| εσύ | θυμίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θυμίσει |
| εμείς | θυμίσουμε |
| εσείς | θυμίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θυμίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | θύμιζε |
| εσείς | θυμήζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θύμισε |
| εσείς | θυμίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θυμίσει |