HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← θρυμματίζω — definition

Conjugation of θρυμματίζω

Regular CEFR B2

σπάω κάτι, το διαλύω, το κάνω θρύψαλα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θρυμματίζω
εσύ θρυμματίζεις
αυτός / αυτή / αυτό θρυμματίζει
εμείς θρυμματίζουμε
εσείς θρυμματίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά θρυμματίζουν
Παρατατικός
εγώ θρυμμάτιζα
εσύ θρυμμάτιζες
αυτός / αυτή / αυτό θρυμμάτιζε
εμείς θρυμματίζαμε
εσείς θρυμματίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά θρυμμάτιζαν
Αόριστος
εγώ θρυμμάτισα
εσύ θρυμμάτισες
αυτός / αυτή / αυτό θρυμμάτισε
εμείς θρυμματίσαμε
εσείς θρυμματίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά θρυμμάτισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θρυμματίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θρυμματίσω
εσύ θρυμματίσεις
αυτός / αυτή / αυτό θρυμματίσει
εμείς θρυμματίσουμε
εσείς θρυμματίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά θρυμματίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ θρυμμάτιζε
εσείς θρυμματίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θρυμμάτισε
εσείς θρυμματίστε
Απαρέμφατο αορίστου
θρυμματίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θρυμματίζομαι
εσύ θρυμματίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό θρυμματίζεται
εμείς θρυμματιζόμαστε
εσείς θρυμματίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά θρυμματίζονται
Παρατατικός
εγώ θρυμματιζόμουν
εσύ θρυμματιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό θρυμματιζόταν
εμείς θρυμματιζόμασταν
εσείς θρυμματιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά θρυμματίζονταν
Αόριστος
εγώ θρυμματίστηκα
εσύ θρυμματίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό θρυμματίστηκε
εμείς θρυμματιστήκαμε
εσείς θρυμματιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά θρυμματίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θρυμματιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θρυμματιστώ
εσύ θρυμματιστείς
αυτός / αυτή / αυτό θρυμματιστεί
εμείς θρυμματιστούμε
εσείς θρυμματιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θρυμματιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς θρυμματίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θρυμματίσου
εσείς θρυμματιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
θρυμματιστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary