Conjugation of θριαμβεύω
θɾi.aɱˈve.voπετυχαίνω κάτι το εξαιρετικό ως αποτέλεσμα μιας επίπονης προσπάθειας Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θριαμβεύω |
| εσύ | θριαμβεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θριαμβεύει |
| εμείς | θριαμβεύουμε |
| εσείς | θριαμβεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θριαμβεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | θριάμβευα |
| εσύ | θριάμβευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θριάμβευε |
| εμείς | θριαμβεύαμε |
| εσείς | θριαμβεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θριάμβευαν |
Αόριστος
| εγώ | θριάμβευσα |
| εσύ | θριάμβευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θριάμβευσε |
| εμείς | θριαμβεύσαμε |
| εσείς | θριαμβεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θριάμβευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θριαμβεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θριαμβεύσω |
| εσύ | θριαμβεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θριαμβεύσει |
| εμείς | θριαμβεύσουμε |
| εσείς | θριαμβεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θριαμβεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | θριάμβευε |
| εσείς | θριαμβεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θριάμβευσε |
| εσείς | θριαμβεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θριαμβεύσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.