HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← θριαμβεύω — definition

Conjugation of θριαμβεύω

Regular CEFR B2
θɾi.aɱˈve.vo

πετυχαίνω κάτι το εξαιρετικό ως αποτέλεσμα μιας επίπονης προσπάθειας Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θριαμβεύω
εσύ θριαμβεύεις
αυτός / αυτή / αυτό θριαμβεύει
εμείς θριαμβεύουμε
εσείς θριαμβεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά θριαμβεύουν
Παρατατικός
εγώ θριάμβευα
εσύ θριάμβευες
αυτός / αυτή / αυτό θριάμβευε
εμείς θριαμβεύαμε
εσείς θριαμβεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά θριάμβευαν
Αόριστος
εγώ θριάμβευσα
εσύ θριάμβευσες
αυτός / αυτή / αυτό θριάμβευσε
εμείς θριαμβεύσαμε
εσείς θριαμβεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά θριάμβευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θριαμβεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θριαμβεύσω
εσύ θριαμβεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό θριαμβεύσει
εμείς θριαμβεύσουμε
εσείς θριαμβεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά θριαμβεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ θριάμβευε
εσείς θριαμβεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θριάμβευσε
εσείς θριαμβεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
θριαμβεύσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary