HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← θρηνώ — definition

Conjugation of θρηνώ

Regular CEFR C2
θɾiˈno

κλαίω σπαραχτικά για κάποιον που πέθανε ή για άλλη απώλεια, εκφράζω θρήνο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θρηνώ
εσύ θρηνείς
αυτός / αυτή / αυτό θρηνεί
εμείς θρηνούμε
εσείς θρηνείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θρηνούν
Παρατατικός
εγώ θρηνούσα
εσύ θρηνούσες
αυτός / αυτή / αυτό θρηνούσε
εμείς θρηνούσαμε
εσείς θρηνούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά θρηνούσαν
Αόριστος
εγώ θρήνησα
εσύ θρήνησες
αυτός / αυτή / αυτό θρήνησε
εμείς θρηνήσαμε
εσείς θρηνήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά θρήνησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θρηνήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θρηνήσω
εσύ θρηνήσεις
αυτός / αυτή / αυτό θρηνήσει
εμείς θρηνήσουμε
εσείς θρηνήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά θρηνήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς θρηνείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θρήνησε
εσείς θρηνήστε
Απαρέμφατο αορίστου
θρηνήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θρηνούμαι
εσύ θρηνείσαι
αυτός / αυτή / αυτό θρηνείται
εμείς θρηνούμαστε
εσείς θρηνείστε
αυτοί / αυτές / αυτά θρηνούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό θρηνούνταν
εμείς θρηνούμασταν
εσείς [θρηνούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά θρηνούνταν
Αόριστος
εγώ θρηνήθηκα
εσύ θρηνήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό θρηνήθηκε
εμείς θρηνηθήκαμε
εσείς θρηνηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά θρηνήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θρηνηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θρηνηθώ
εσύ θρηνηθείς
αυτός / αυτή / αυτό θρηνηθεί
εμείς θρηνηθούμε
εσείς θρηνηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θρηνηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς θρηνείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θρηνήσου
εσείς θρηνηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
θρηνηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary