Conjugation of θρηνώ
θɾiˈnoκλαίω σπαραχτικά για κάποιον που πέθανε ή για άλλη απώλεια, εκφράζω θρήνο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θρηνώ |
| εσύ | θρηνείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | θρηνεί |
| εμείς | θρηνούμε |
| εσείς | θρηνείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θρηνούν |
Παρατατικός
| εγώ | θρηνούσα |
| εσύ | θρηνούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θρηνούσε |
| εμείς | θρηνούσαμε |
| εσείς | θρηνούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θρηνούσαν |
Αόριστος
| εγώ | θρήνησα |
| εσύ | θρήνησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θρήνησε |
| εμείς | θρηνήσαμε |
| εσείς | θρηνήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θρήνησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θρηνήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θρηνήσω |
| εσύ | θρηνήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θρηνήσει |
| εμείς | θρηνήσουμε |
| εσείς | θρηνήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θρηνήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | θρηνείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θρήνησε |
| εσείς | θρηνήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θρηνήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θρηνούμαι |
| εσύ | θρηνείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | θρηνείται |
| εμείς | θρηνούμαστε |
| εσείς | θρηνείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θρηνούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | θρηνούνταν |
| εμείς | θρηνούμασταν |
| εσείς | [θρηνούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θρηνούνταν |
Αόριστος
| εγώ | θρηνήθηκα |
| εσύ | θρηνήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θρηνήθηκε |
| εμείς | θρηνηθήκαμε |
| εσείς | θρηνηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θρηνήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θρηνηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θρηνηθώ |
| εσύ | θρηνηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | θρηνηθεί |
| εμείς | θρηνηθούμε |
| εσείς | θρηνηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θρηνηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | θρηνείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θρηνήσου |
| εσείς | θρηνηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θρηνηθεί |