HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← θλίβω — definition

Conjugation of θλίβω

Regular CEFR B1
ˈθli.vo

ασκώ δύναμη σε ένα αντικείμενο, το πιέζω ώστε να μειωθεί ο όγκος του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θλίβω
εσύ θλίβεις
αυτός / αυτή / αυτό θλίβει
εμείς θλίβουμε
εσείς θλίβετε
αυτοί / αυτές / αυτά θλίβουν
Παρατατικός
εγώ έθλιβα
εσύ έθλιβες
αυτός / αυτή / αυτό έθλιβε
εμείς θλίβαμε
εσείς θλίβατε
αυτοί / αυτές / αυτά έθλιβαν
Αόριστος
εγώ έθλιψα
εσύ έθλιψες
αυτός / αυτή / αυτό έθλιψε
εμείς θλίψαμε
εσείς θλίψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έθλιψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θλίψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θλίψω
εσύ θλίψεις
αυτός / αυτή / αυτό θλίψει
εμείς θλίψουμε
εσείς θλίψετε
αυτοί / αυτές / αυτά θλίψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ θλίβε
εσείς θλίβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θλίψε
εσείς θλίψτε
Απαρέμφατο αορίστου
θλίψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θλίβομαι
εσύ θλίβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό θλίβεται
εμείς θλιβόμαστε
εσείς θλίβεστε
αυτοί / αυτές / αυτά θλίβονται
Παρατατικός
εγώ θλιβόμουν
εσύ θλιβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό θλιβόταν
εμείς θλιβόμασταν
εσείς θλιβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά θλίβονταν
Αόριστος
εγώ ‑θλίφτηκα
εσύ ‑θλίφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ‑θλίφτηκε
εμείς ‑θλιφτήκαμε
εσείς ‑θλιφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ‑θλίφτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θλιφτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ‑θλιφτώ
εσύ ‑θλιφτείς
αυτός / αυτή / αυτό ‑θλιφτεί
εμείς ‑θλιφτούμε
εσείς ‑θλιφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ‑θλιφτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς θλίβεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θλίψου
εσείς θλιφτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
θλιφτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary