Conjugation of θηλάζω
βάζω ένα βρέφος στο στήθος και του δίνω να πιει το μητρικό γάλα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θηλάζω |
| εσύ | θηλάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θηλάζει |
| εμείς | θηλάζουμε |
| εσείς | θηλάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θηλάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | θήλαζα |
| εσύ | θήλαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θήλαζε |
| εμείς | θηλάζαμε |
| εσείς | θηλάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θήλαζαν |
Αόριστος
| εγώ | θήλασα |
| εσύ | θήλασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θήλασε |
| εμείς | θηλάσαμε |
| εσείς | θηλάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θήλασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θηλάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θηλάσω |
| εσύ | θηλάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θηλάσει |
| εμείς | θηλάσουμε |
| εσείς | θηλάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θηλάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | θήλαζε |
| εσείς | θηλάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θήλασε |
| εσείς | θηλάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θηλάσει |