HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← θηλάζω — definition

Conjugation of θηλάζω

Regular CEFR B1

βάζω ένα βρέφος στο στήθος και του δίνω να πιει το μητρικό γάλα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θηλάζω
εσύ θηλάζεις
αυτός / αυτή / αυτό θηλάζει
εμείς θηλάζουμε
εσείς θηλάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά θηλάζουν
Παρατατικός
εγώ θήλαζα
εσύ θήλαζες
αυτός / αυτή / αυτό θήλαζε
εμείς θηλάζαμε
εσείς θηλάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά θήλαζαν
Αόριστος
εγώ θήλασα
εσύ θήλασες
αυτός / αυτή / αυτό θήλασε
εμείς θηλάσαμε
εσείς θηλάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά θήλασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θηλάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θηλάσω
εσύ θηλάσεις
αυτός / αυτή / αυτό θηλάσει
εμείς θηλάσουμε
εσείς θηλάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά θηλάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ θήλαζε
εσείς θηλάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θήλασε
εσείς θηλάστε
Απαρέμφατο αορίστου
θηλάσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary