HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← θεωρώ — definition

Conjugation of θεωρώ

Regular CEFR B1
θe.o.ˈro

προσκομίζω ένα έγγραφο σε μια δημόσια αρχή όπου ελέγχουν την εγκυρότητα και την ισχύ του, για πάντα ή για περιορισμένο χρονικό διάστημα, και τοποθετούν ειδική σήμανση (θεώρηση) επάνω του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θεωρώ
εσύ θεωρείς
αυτός / αυτή / αυτό θεωρεί
εμείς θεωρούμε
εσείς θεωρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θεωρούν
Παρατατικός
εγώ θεωρούσα
εσύ θεωρούσες
αυτός / αυτή / αυτό θεωρούσε
εμείς θεωρούσαμε
εσείς θεωρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά θεωρούσαν
Αόριστος
εγώ θεώρησα
εσύ θεώρησες
αυτός / αυτή / αυτό θεώρησε
εμείς θεωρήσαμε
εσείς θεωρήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά θεώρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θεωρήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θεωρήσω
εσύ θεωρήσεις
αυτός / αυτή / αυτό θεωρήσει
εμείς θεωρήσουμε
εσείς θεωρήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά θεωρήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς θεωρείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θεώρησε
εσείς θεωρήστε
Απαρέμφατο αορίστου
θεωρήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θεωρούμαι
εσύ θεωρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό θεωρείται
εμείς θεωρούμαστε
εσείς θεωρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά θεωρούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό θεωρούνταν
εμείς θεωρούμασταν
εσείς [θεωρούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά θεωρούνταν
Αόριστος
εγώ θεωρήθηκα
εσύ θεωρήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό θεωρήθηκε
εμείς θεωρηθήκαμε
εσείς θεωρηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά θεωρήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θεωρηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θεωρηθώ
εσύ θεωρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό θεωρηθεί
εμείς θεωρηθούμε
εσείς θεωρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θεωρηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς θεωρείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θεωρήσου
εσείς θεωρηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
θεωρηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary