Conjugation of θεωρώ
θe.o.ˈroπροσκομίζω ένα έγγραφο σε μια δημόσια αρχή όπου ελέγχουν την εγκυρότητα και την ισχύ του, για πάντα ή για περιορισμένο χρονικό διάστημα, και τοποθετούν ειδική σήμανση (θεώρηση) επάνω του Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θεωρώ |
| εσύ | θεωρείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεωρεί |
| εμείς | θεωρούμε |
| εσείς | θεωρείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεωρούν |
Παρατατικός
| εγώ | θεωρούσα |
| εσύ | θεωρούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεωρούσε |
| εμείς | θεωρούσαμε |
| εσείς | θεωρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεωρούσαν |
Αόριστος
| εγώ | θεώρησα |
| εσύ | θεώρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεώρησε |
| εμείς | θεωρήσαμε |
| εσείς | θεωρήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεώρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θεωρήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θεωρήσω |
| εσύ | θεωρήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεωρήσει |
| εμείς | θεωρήσουμε |
| εσείς | θεωρήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεωρήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | θεωρείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θεώρησε |
| εσείς | θεωρήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θεωρήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θεωρούμαι |
| εσύ | θεωρείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεωρείται |
| εμείς | θεωρούμαστε |
| εσείς | θεωρείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεωρούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | θεωρούνταν |
| εμείς | θεωρούμασταν |
| εσείς | [θεωρούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεωρούνταν |
Αόριστος
| εγώ | θεωρήθηκα |
| εσύ | θεωρήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεωρήθηκε |
| εμείς | θεωρηθήκαμε |
| εσείς | θεωρηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεωρήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θεωρηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θεωρηθώ |
| εσύ | θεωρηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεωρηθεί |
| εμείς | θεωρηθούμε |
| εσείς | θεωρηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεωρηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | θεωρείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θεωρήσου |
| εσείς | θεωρηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θεωρηθεί |