HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← θερίζω — definition

Conjugation of θερίζω

Regular CEFR B1

αποκτώ εμπειρίες, απολαμβάνω τα θετικά αποτελέσματα των ενεργειών μου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θερίζω
εσύ θερίζεις
αυτός / αυτή / αυτό θερίζει
εμείς θερίζουμε
εσείς θερίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά θερίζουν
Παρατατικός
εγώ θέριζα
εσύ θέριζες
αυτός / αυτή / αυτό θέριζε
εμείς θερίζαμε
εσείς θερίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά θέριζαν
Αόριστος
εγώ θέρισα
εσύ θέρισες
αυτός / αυτή / αυτό θέρισε
εμείς θερίσαμε
εσείς θερίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά θέρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θερίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θερίσω
εσύ θερίσεις
αυτός / αυτή / αυτό θερίσει
εμείς θερίσουμε
εσείς θερίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά θερίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ θέριζε
εσείς θερίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θέρισε
εσείς θερίστε
Απαρέμφατο αορίστου
θερίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θερίζομαι
εσύ θερίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό θερίζεται
εμείς θερίζόμαστε
εσείς θερίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά θερίζονται
Παρατατικός
εγώ θερίζόμουν
εσύ θερίζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό θερίζόταν
εμείς θερίζόμασταν
εσείς θερίζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά θερίζονταν
Αόριστος
εγώ θερίστηκα
εσύ θερίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό θερίστηκε
εμείς θεριστήκαμε
εσείς θεριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά θερίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θεριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θεριστώ
εσύ θεριστείς
αυτός / αυτή / αυτό θεριστεί
εμείς θεριστούμε
εσείς θεριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θεριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς θερίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θερίσου
εσείς θεριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
θεριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary