HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← θεοποιώ — definition

Conjugation of θεοποιώ

Regular CEFR B1
θe.o.piˈo

αποδίδω σε κάποιον άνθρωπο θεϊκές ιδιότητες, του αποδίδω λατρεία όπως σε Θεό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θεοποιώ
εσύ θεοποιείς
αυτός / αυτή / αυτό θεοποιεί
εμείς θεοποιούμε
εσείς θεοποιείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θεοποιούν
Παρατατικός
εγώ θεοποιούσα
εσύ θεοποιούσες
αυτός / αυτή / αυτό θεοποιούσε
εμείς θεοποιούσαμε
εσείς θεοποιούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά θεοποιούσαν
Αόριστος
εγώ θεοποίησα
εσύ θεοποίησες
αυτός / αυτή / αυτό θεοποίησε
εμείς θεοποιήσαμε
εσείς θεοποιήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά θεοποίησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θεοποιήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θεοποιήσω
εσύ θεοποιήσεις
αυτός / αυτή / αυτό θεοποιήσει
εμείς θεοποιήσουμε
εσείς θεοποιήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά θεοποιήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς θεοποιείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θεοποίησε
εσείς θεοποιήστε
Απαρέμφατο αορίστου
θεοποιήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θεοποιούμαι
εσύ θεοποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό θεοποιείται
εμείς θεοποιούμαστε
εσείς θεοποιείστε
αυτοί / αυτές / αυτά θεοποιούνται
Παρατατικός
εγώ θεοποιούμουν
εσύ θεοποιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό θεοποιούνταν
εμείς θεοποιούμασταν
εσείς [θεοποιούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά θεοποιούνταν
Αόριστος
εγώ θεοποιήθηκα
εσύ θεοποιήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό θεοποιήθηκε
εμείς θεοποιηθήκαμε
εσείς θεοποιηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά θεοποιήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θεοποιηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θεοποιηθώ
εσύ θεοποιηθείς
αυτός / αυτή / αυτό θεοποιηθεί
εμείς θεοποιηθούμε
εσείς θεοποιηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θεοποιηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς θεοποιείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θεοποιήσου
εσείς θεοποιηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
θεοποιηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary