Conjugation of θεοποιώ
θe.o.piˈoαποδίδω σε κάποιον άνθρωπο θεϊκές ιδιότητες, του αποδίδω λατρεία όπως σε Θεό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θεοποιώ |
| εσύ | θεοποιείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεοποιεί |
| εμείς | θεοποιούμε |
| εσείς | θεοποιείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεοποιούν |
Παρατατικός
| εγώ | θεοποιούσα |
| εσύ | θεοποιούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεοποιούσε |
| εμείς | θεοποιούσαμε |
| εσείς | θεοποιούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεοποιούσαν |
Αόριστος
| εγώ | θεοποίησα |
| εσύ | θεοποίησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεοποίησε |
| εμείς | θεοποιήσαμε |
| εσείς | θεοποιήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεοποίησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θεοποιήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θεοποιήσω |
| εσύ | θεοποιήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεοποιήσει |
| εμείς | θεοποιήσουμε |
| εσείς | θεοποιήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεοποιήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | θεοποιείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θεοποίησε |
| εσείς | θεοποιήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θεοποιήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θεοποιούμαι |
| εσύ | θεοποιείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεοποιείται |
| εμείς | θεοποιούμαστε |
| εσείς | θεοποιείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεοποιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | θεοποιούμουν |
| εσύ | θεοποιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεοποιούνταν |
| εμείς | θεοποιούμασταν |
| εσείς | [θεοποιούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεοποιούνταν |
Αόριστος
| εγώ | θεοποιήθηκα |
| εσύ | θεοποιήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεοποιήθηκε |
| εμείς | θεοποιηθήκαμε |
| εσείς | θεοποιηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεοποιήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θεοποιηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θεοποιηθώ |
| εσύ | θεοποιηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | θεοποιηθεί |
| εμείς | θεοποιηθούμε |
| εσείς | θεοποιηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θεοποιηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | θεοποιείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θεοποιήσου |
| εσείς | θεοποιηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θεοποιηθεί |