HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← θέτω — definition

Conjugation of θέτω

Regular CEFR C2
ˈθe.to

αλλάζω την κατάσταση ενός ανθρώπου ή πράγματος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θέτω
εσύ θέτεις
αυτός / αυτή / αυτό θέτει
εμείς θέτουμε
εσείς θέτετε
αυτοί / αυτές / αυτά θέτουν
Παρατατικός
εγώ έθετα
εσύ έθετες
αυτός / αυτή / αυτό έθετε
εμείς θέταμε
εσείς θέτατε
αυτοί / αυτές / αυτά έθεταν
Αόριστος
εγώ έθεσα
εσύ έθεσες
αυτός / αυτή / αυτό έθεσε
εμείς θέσαμε
εσείς θέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έθεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θέσω
εσύ θέσεις
αυτός / αυτή / αυτό θέσει
εμείς θέσουμε
εσείς θέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά θέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ θέτε
εσείς θέτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θέσε
εσείς θέστε
Απαρέμφατο αορίστου
θέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τίθεμαι
εσύ τίθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό τίθεται
εσείς τίθεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά τίθενται
Παρατατικός
εγώ τιθόμουν
εσύ τιθόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τίθοταν
εμείς τιθόμασταν (-μαστε, -{μασθε})
εσείς τιθόσασταν (-σαστε, -{σασθε})
αυτοί / αυτές / αυτά τίθονταν
Αόριστος
εγώ τέθηκα
εσύ τέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό τέθηκε
εμείς τεθήκαμε
εσείς τεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τέθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τεθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τεθώ
εσύ τεθείς
αυτός / αυτή / αυτό τεθεί
εμείς τεθούμε
εσείς τεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τεθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τίθεσθε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θέσου
εσείς τεθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τεθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary