Conjugation of θέτω
/ˈθe.to/αλλάζω την κατάσταση ενός ανθρώπου ή πράγματος Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θέτω |
| εσύ | θέτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θέτει |
| εμείς | θέτουμε |
| εσείς | θέτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θέτουν |
Παρατατικός
| εγώ | έθετα |
| εσύ | έθετες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έθετε |
| εμείς | θέταμε |
| εσείς | θέτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έθεταν |
Αόριστος
| εγώ | έθεσα |
| εσύ | έθεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έθεσε |
| εμείς | θέσαμε |
| εσείς | θέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έθεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θέσω |
| εσύ | θέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θέσει |
| εμείς | θέσουμε |
| εσείς | θέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | θέτε |
| εσείς | θέτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θέσε |
| εσείς | θέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τίθεμαι |
| εσύ | τίθεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | τίθεται |
| εσείς | τίθεσθε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τίθενται |
Παρατατικός
| εγώ | τιθόμουν |
| εσύ | τιθόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | τίθοταν |
| εμείς | τιθόμασταν (-μαστε, -{μασθε}) |
| εσείς | τιθόσασταν (-σαστε, -{σασθε}) |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τίθονταν |
Αόριστος
| εγώ | τέθηκα |
| εσύ | τέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τέθηκε |
| εμείς | τεθήκαμε |
| εσείς | τεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τέθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τεθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τεθώ |
| εσύ | τεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | τεθεί |
| εμείς | τεθούμε |
| εσείς | τεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τεθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | τίθεσθε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θέσου |
| εσείς | τεθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τεθεί |