Conjugation of ηττώμαι
iˈto.meυφίσταμαι ήττα σε έναν πόλεμο, αθλητική αναμέτρηση ή οποιουδήποτε είδους αγώνα Ver definición completa →
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ηττώμαι |
| εσύ | ηττάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ηττάται |
| εμείς | ηττόμαστε |
| εσείς | ηττάστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ηττώνται |
Παρατατικός
| εγώ | ηττόμουν |
| εσύ | ηττόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ηττόταν |
| εμείς | ηττόμασταν |
| εσείς | ηττόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ηττονταν |
Αόριστος
| εγώ | ηττήθηκα |
| εσύ | ηττήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ηττήθηκε |
| εμείς | ηττηθήκαμε |
| εσείς | ηττηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ηττήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ηττηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ηττηθώ |
| εσύ | ηττηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ηττηθεί |
| εμείς | ηττηθούμε |
| εσείς | ηττηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ηττηθούν |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ηττήσου |
| εσείς | ηττηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ηττηθεί |