HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ηττώμαι — definition

Conjugation of ηττώμαι

Regular CEFR B1
iˈto.me

υφίσταμαι ήττα σε έναν πόλεμο, αθλητική αναμέτρηση ή οποιουδήποτε είδους αγώνα Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ηττώμαι
εσύ ηττάσαι
αυτός / αυτή / αυτό ηττάται
εμείς ηττόμαστε
εσείς ηττάστε
αυτοί / αυτές / αυτά ηττώνται
Παρατατικός
εγώ ηττόμουν
εσύ ηττόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ηττόταν
εμείς ηττόμασταν
εσείς ηττόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ηττονταν
Αόριστος
εγώ ηττήθηκα
εσύ ηττήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ηττήθηκε
εμείς ηττηθήκαμε
εσείς ηττηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ηττήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ηττηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ηττηθώ
εσύ ηττηθείς
αυτός / αυτή / αυτό ηττηθεί
εμείς ηττηθούμε
εσείς ηττηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ηττηθούν
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ηττήσου
εσείς ηττηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ηττηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary