HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ησυχάζω — definition

Conjugation of ησυχάζω

Regular CEFR B1
i.siˈxa.zo

φέρνω κάποιον σε κατάσταση ηρεμίας, ενεργώ ώστε να πάψει να είναι ανήσυχος ή να θορυβεί Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ησυχάζω
εσύ ησυχάζεις
αυτός / αυτή / αυτό ησυχάζει
εμείς ησυχάζουμε
εσείς ησυχάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ησυχάζουν
Παρατατικός
εγώ ησύχαζα
εσύ ησύχαζες
αυτός / αυτή / αυτό ησύχαζε
εμείς ησυχάζαμε
εσείς ησυχάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ησύχαζαν
Αόριστος
εγώ ησύχασα
εσύ ησύχασες
αυτός / αυτή / αυτό ησύχασε
εμείς ησυχάσαμε
εσείς ησυχάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ησύχασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ησυχάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ησυχάσω
εσύ ησυχάσεις
αυτός / αυτή / αυτό ησυχάσει
εμείς ησυχάσουμε
εσείς ησυχάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ησυχάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ησύχαζε
εσείς ησυχάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ησύχασε
εσείς ησυχάστε
Απαρέμφατο αορίστου
ησυχάσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary