Conjugation of ησυχάζω
i.siˈxa.zoφέρνω κάποιον σε κατάσταση ηρεμίας, ενεργώ ώστε να πάψει να είναι ανήσυχος ή να θορυβεί Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ησυχάζω |
| εσύ | ησυχάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ησυχάζει |
| εμείς | ησυχάζουμε |
| εσείς | ησυχάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ησυχάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ησύχαζα |
| εσύ | ησύχαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ησύχαζε |
| εμείς | ησυχάζαμε |
| εσείς | ησυχάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ησύχαζαν |
Αόριστος
| εγώ | ησύχασα |
| εσύ | ησύχασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ησύχασε |
| εμείς | ησυχάσαμε |
| εσείς | ησυχάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ησύχασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ησυχάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ησυχάσω |
| εσύ | ησυχάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ησυχάσει |
| εμείς | ησυχάσουμε |
| εσείς | ησυχάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ησυχάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ησύχαζε |
| εσείς | ησυχάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ησύχασε |
| εσείς | ησυχάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ησυχάσει |