HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ημερεύω — definition

Conjugation of ημερεύω

Regular CEFR B1
i.meˈɾe.vo

καθησυχάζω κάποιον, προσπαθώ να τον ηρεμήσω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ημερεύω
εσύ ημερεύεις
αυτός / αυτή / αυτό ημερεύει
εμείς ημερεύουμε
εσείς ημερεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ημερεύουν
Παρατατικός
εγώ ημέρευα
εσύ ημέρευες
αυτός / αυτή / αυτό ημέρευε
εμείς ημερεύαμε
εσείς ημερεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ημέρευαν
Αόριστος
εγώ ημέρεψα
εσύ ημέρεψες
αυτός / αυτή / αυτό ημέρεψε
εμείς ημερέψαμε
εσείς ημερέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ημέρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ημερέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ημερέψω
εσύ ημερέψεις
αυτός / αυτή / αυτό ημερέψει
εμείς ημερέψουμε
εσείς ημερέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ημερέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ημέρευε
εσείς ημερεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ημέρεψε
εσείς ημερέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ημερέψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary