HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ηλιάζω — definition

Conjugation of ηλιάζω

Regular CEFR B1

λιάζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ηλιάζω
εσύ ηλιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό ηλιάζει
εμείς ηλιάζουμε
εσείς ηλιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ηλιάζουν
Παρατατικός
εγώ έλιαζα
εσύ έλιαζες
αυτός / αυτή / αυτό έλιαζε
εμείς ηλιάζαμε
εσείς ηλιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά έλιαζαν
Αόριστος
εγώ έλιασα
εσύ έλιασες
αυτός / αυτή / αυτό έλιασε
εμείς ηλιάσαμε
εσείς ηλιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έλιασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ηλιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ηλιάσω
εσύ ηλιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό ηλιάσει
εμείς ηλιάσουμε
εσείς ηλιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ηλιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ηλιάζε
εσείς ηλιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ηλιάσε
εσείς ηλιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
ηλιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ηλιάζομαι
εσύ ηλιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ηλιάζεται
εμείς ηλιαζόμαστε
εσείς ηλιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ηλιάζονται
Παρατατικός
εγώ ηλιαζόμουν
εσύ ηλιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ηλιαζόταν
εμείς ηλιαζόμασταν
εσείς ηλιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ηλιάζονταν
Αόριστος
εγώ ηλιάστηκα
εσύ ηλιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ηλιάστηκε
εμείς ηλιαστήκαμε
εσείς ηλιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ηλιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ηλιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ηλιαστώ
εσύ ηλιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό ηλιαστεί
εμείς ηλιαστούμε
εσείς ηλιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ηλιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ηλιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ηλιάσου
εσείς ηλιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ηλιαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary