Conjugation of ζώνω
ˈzo.noπερικυκλώνω μια περιοχή με δυνάμεις στρατιωτικές ή αστυνομικές Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ζώνω |
| εσύ | ζώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζώνει |
| εμείς | ζώνουμε |
| εσείς | ζώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | έζωνα |
| εσύ | έζωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έζωνε |
| εμείς | ζώναμε |
| εσείς | ζώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έζωναν |
Αόριστος
| εγώ | έζωσα |
| εσύ | έζωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έζωσε |
| εμείς | ζώσαμε |
| εσείς | ζώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έζωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ζώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ζώσω |
| εσύ | ζώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζώσει |
| εμείς | ζώσουμε |
| εσείς | ζώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ζώνε |
| εσείς | ζώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ζώσε |
| εσείς | ζώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ζώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ζώνομαι |
| εσύ | ζώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζώνεται |
| εμείς | ζωνόμαστε |
| εσείς | ζώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ζωνόμουν |
| εσύ | ζωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζωνόταν |
| εμείς | ζωνόμασταν |
| εσείς | ζωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | ζώστηκα |
| εσύ | ζώστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζώστηκε |
| εμείς | ζωστήκαμε |
| εσείς | ζωστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζώστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ζωστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ζωστώ |
| εσύ | ζωστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζωστεί |
| εμείς | ζωστούμε |
| εσείς | ζωστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζωστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ζώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ζώσου |
| εσείς | ζωστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ζωστεί |