Conjugation of ζημιώνω
zi.miˈo.noπροκαλώ σε κάποιον ζημιά, συνήθως οικονομική Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ζημιώνω |
| εσύ | ζημιώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζημιώνει |
| εμείς | ζημιώνουμε |
| εσείς | ζημιώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζημιώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | ζημίωνα |
| εσύ | ζημίωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζημίωνε |
| εμείς | ζημιώναμε |
| εσείς | ζημιώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζημίωναν |
Αόριστος
| εγώ | ζημίωσα |
| εσύ | ζημίωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζημίωσε |
| εμείς | ζημιώσαμε |
| εσείς | ζημιώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζημίωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ζημιώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ζημιώσω |
| εσύ | ζημιώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζημιώσει |
| εμείς | ζημιώσουμε |
| εσείς | ζημιώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζημιώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ζημίωνε |
| εσείς | ζημιώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ζημίωσε |
| εσείς | ζημιώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ζημιώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ζημιώνομαι |
| εσύ | ζημιώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζημιώνεται |
| εμείς | ζημιωνόμαστε |
| εσείς | ζημιώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζημιώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ζημιωνόμουν |
| εσύ | ζημιωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζημιωνόταν |
| εμείς | ζημιωνόμασταν |
| εσείς | ζημιωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζημιώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | ζημιώθηκα |
| εσύ | ζημιώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζημιώθηκε |
| εμείς | ζημιωθήκαμε |
| εσείς | ζημιωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζημιώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ζημιωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ζημιωθώ |
| εσύ | ζημιωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζημιωθεί |
| εμείς | ζημιωθούμε |
| εσείς | ζημιωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζημιωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ζημιώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ζημιώσου |
| εσείς | ζημιωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ζημιωθεί |