HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ζημιώνω — definition

Conjugation of ζημιώνω

Regular CEFR B1
zi.miˈo.no

προκαλώ σε κάποιον ζημιά, συνήθως οικονομική Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ζημιώνω
εσύ ζημιώνεις
αυτός / αυτή / αυτό ζημιώνει
εμείς ζημιώνουμε
εσείς ζημιώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ζημιώνουν
Παρατατικός
εγώ ζημίωνα
εσύ ζημίωνες
αυτός / αυτή / αυτό ζημίωνε
εμείς ζημιώναμε
εσείς ζημιώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ζημίωναν
Αόριστος
εγώ ζημίωσα
εσύ ζημίωσες
αυτός / αυτή / αυτό ζημίωσε
εμείς ζημιώσαμε
εσείς ζημιώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ζημίωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ζημιώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ζημιώσω
εσύ ζημιώσεις
αυτός / αυτή / αυτό ζημιώσει
εμείς ζημιώσουμε
εσείς ζημιώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ζημιώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ζημίωνε
εσείς ζημιώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ζημίωσε
εσείς ζημιώστε
Απαρέμφατο αορίστου
ζημιώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ζημιώνομαι
εσύ ζημιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ζημιώνεται
εμείς ζημιωνόμαστε
εσείς ζημιώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ζημιώνονται
Παρατατικός
εγώ ζημιωνόμουν
εσύ ζημιωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ζημιωνόταν
εμείς ζημιωνόμασταν
εσείς ζημιωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ζημιώνονταν
Αόριστος
εγώ ζημιώθηκα
εσύ ζημιώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ζημιώθηκε
εμείς ζημιωθήκαμε
εσείς ζημιωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ζημιώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ζημιωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ζημιωθώ
εσύ ζημιωθείς
αυτός / αυτή / αυτό ζημιωθεί
εμείς ζημιωθούμε
εσείς ζημιωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ζημιωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ζημιώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ζημιώσου
εσείς ζημιωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ζημιωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary