Conjugation of ζαχαρώνω
za.xaˈɾo.noρίχνω ζάχαρη σε κάτι ή το ρίχνω μέσα σε διάλυμα ζάχαρης Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ζαχαρώνω |
| εσύ | ζαχαρώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζαχαρώνει |
| εμείς | ζαχαρώνουμε |
| εσείς | ζαχαρώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζαχαρώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | ζαχάρωνα |
| εσύ | ζαχάρωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζαχάρωνε |
| εμείς | ζαχαρώναμε |
| εσείς | ζαχαρώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζαχάρωναν |
Αόριστος
| εγώ | ζαχάρωσα |
| εσύ | ζαχάρωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζαχάρωσε |
| εμείς | ζαχαρώσαμε |
| εσείς | ζαχαρώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζαχάρωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ζαχαρώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ζαχαρώσω |
| εσύ | ζαχαρώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζαχαρώσει |
| εμείς | ζαχαρώσουμε |
| εσείς | ζαχαρώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζαχαρώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ζαχάρωνε |
| εσείς | ζαχαρώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ζαχάρωσε |
| εσείς | ζαχαρώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ζαχαρώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ζαχαρώνομαι |
| εσύ | ζαχαρώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζαχαρώνεται |
| εμείς | ζαχαρωνόμαστε |
| εσείς | ζαχαρώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζαχαρώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ζαχαρωνόμουν |
| εσύ | ζαχαρωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζαχαρωνόταν |
| εμείς | ζαχαρωνόμασταν |
| εσείς | ζαχαρωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζαχαρώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | ζαχαρώθηκα |
| εσύ | ζαχαρώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζαχαρώθηκε |
| εμείς | ζαχαρωθήκαμε |
| εσείς | ζαχαρωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζαχαρώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ζαχαρωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ζαχαρωθώ |
| εσύ | ζαχαρωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ζαχαρωθεί |
| εμείς | ζαχαρωθούμε |
| εσείς | ζαχαρωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ζαχαρωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ζαχαρώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ζαχαρώσου |
| εσείς | ζαχαρωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ζαχαρωθεί |