Conjugation of εφοδιάζω
e.fo.ðiˈa.zoδίνω σε κάποιον τα απαραίτητα εφόδια (υλικά, ηθικά ή πνευματικά) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εφοδιάζω |
| εσύ | εφοδιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εφοδιάζει |
| εμείς | εφοδιάζουμε |
| εσείς | εφοδιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εφοδιάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | εφοδίαζα |
| εσύ | εφοδίαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εφοδίαζε |
| εμείς | εφοδιάζαμε |
| εσείς | εφοδιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εφοδίαζαν |
Αόριστος
| εγώ | εφοδίασα |
| εσύ | εφοδίασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εφοδίασε |
| εμείς | εφοδιάσαμε |
| εσείς | εφοδιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εφοδίασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εφοδιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εφοδιάσω |
| εσύ | εφοδιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εφοδιάσει |
| εμείς | εφοδιάσουμε |
| εσείς | εφοδιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εφοδιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εφοδίαζε |
| εσείς | εφοδιάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εφοδίασε |
| εσείς | εφοδιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εφοδιάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εφοδιάζομαι |
| εσύ | εφοδιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εφοδιάζεται |
| εμείς | εφοδιαζόμαστε |
| εσείς | εφοδιάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εφοδιάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | εφοδιαζόμουν |
| εσύ | εφοδιαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εφοδιαζόταν |
| εμείς | εφοδιαζόμασταν |
| εσείς | εφοδιαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εφοδιάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | εφοδιάστηκα |
| εσύ | εφοδιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εφοδιάστηκε |
| εμείς | εφοδιαστήκαμε |
| εσείς | εφοδιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εφοδιάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εφοδιαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εφοδιαστώ |
| εσύ | εφοδιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εφοδιαστεί |
| εμείς | εφοδιαστούμε |
| εσείς | εφοδιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εφοδιαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εφοδιάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εφοδιάσου |
| εσείς | εφοδιαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εφοδιαστεί |