HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εφοδιάζω — definition

Conjugation of εφοδιάζω

Regular CEFR B2
e.fo.ðiˈa.zo

δίνω σε κάποιον τα απαραίτητα εφόδια (υλικά, ηθικά ή πνευματικά) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εφοδιάζω
εσύ εφοδιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό εφοδιάζει
εμείς εφοδιάζουμε
εσείς εφοδιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εφοδιάζουν
Παρατατικός
εγώ εφοδίαζα
εσύ εφοδίαζες
αυτός / αυτή / αυτό εφοδίαζε
εμείς εφοδιάζαμε
εσείς εφοδιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά εφοδίαζαν
Αόριστος
εγώ εφοδίασα
εσύ εφοδίασες
αυτός / αυτή / αυτό εφοδίασε
εμείς εφοδιάσαμε
εσείς εφοδιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εφοδίασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εφοδιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εφοδιάσω
εσύ εφοδιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό εφοδιάσει
εμείς εφοδιάσουμε
εσείς εφοδιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εφοδιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εφοδίαζε
εσείς εφοδιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εφοδίασε
εσείς εφοδιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
εφοδιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εφοδιάζομαι
εσύ εφοδιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εφοδιάζεται
εμείς εφοδιαζόμαστε
εσείς εφοδιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εφοδιάζονται
Παρατατικός
εγώ εφοδιαζόμουν
εσύ εφοδιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εφοδιαζόταν
εμείς εφοδιαζόμασταν
εσείς εφοδιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εφοδιάζονταν
Αόριστος
εγώ εφοδιάστηκα
εσύ εφοδιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εφοδιάστηκε
εμείς εφοδιαστήκαμε
εσείς εφοδιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εφοδιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εφοδιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εφοδιαστώ
εσύ εφοδιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό εφοδιαστεί
εμείς εφοδιαστούμε
εσείς εφοδιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εφοδιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εφοδιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εφοδιάσου
εσείς εφοδιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εφοδιαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary