HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εφευρίσκω — definition

Conjugation of εφευρίσκω

Regular CEFR B2
e.feˈvɾi.sko

επινοώ κάτι (μια μέθοδο, μια συσκευή κ.λπ.) που δεν υπήρχε προηγουμένως Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εφευρίσκω
εσύ εφευρίσκεις
αυτός / αυτή / αυτό εφευρίσκει
εμείς εφευρίσκουμε
εσείς εφευρίσκετε
αυτοί / αυτές / αυτά εφευρίσκουν
Παρατατικός
εγώ εφεύρισκα
εσύ εφεύρισκες
αυτός / αυτή / αυτό εφεύρισκε
εμείς εφευρίσκαμε
εσείς εφευρίσκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εφεύρισκαν
Αόριστος
εγώ εφεύρα
εσύ εφεύρες
αυτός / αυτή / αυτό εφεύρε
εμείς εφεύραμε
εσείς εφεύρατε
αυτοί / αυτές / αυτά εφεύραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εφεύρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εφεύρω
εσύ εφεύρεις
αυτός / αυτή / αυτό εφεύρει
εμείς εφεύρουμε
εσείς εφεύρετε
αυτοί / αυτές / αυτά εφεύρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εφεύρισκε
εσείς εφευρίσκετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εφεύρε
εσείς εφεύρετε
Απαρέμφατο αορίστου
εφεύρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εφευρίσκομαι
εσύ εφευρίσκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εφευρίσκεται
εμείς εφευρισκόμαστε
εσείς εφευρίσκεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εφευρίσκονται
Παρατατικός
εγώ εφευρισκόμουν
εσύ εφευρισκόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εφευρισκόταν
εμείς εφευρισκόμασταν
εσείς εφευρισκόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εφευρίσκονταν
Αόριστος
εγώ εφευρέθηκα
εσύ εφευρέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό εφευρέθηκε
εμείς εφευρεθήκαμε
εσείς εφευρεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εφευρέθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εφευρεθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εφευρεθώ
εσύ εφευρεθείς
αυτός / αυτή / αυτό εφευρεθεί
εμείς εφευρεθούμε
εσείς εφευρεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εφευρεθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εφευρίσκεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς εφευρεθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εφευρεθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary