HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εφαρμόζω — definition

Conjugation of εφαρμόζω

Regular CEFR C2
e.faɾˈmo.zo

ταιριάζω στην αναλογία, το σχέδιο ή την μορφή με κάτι άλλο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εφαρμόζω
εσύ εφαρμόζεις
αυτός / αυτή / αυτό εφαρμόζει
εμείς εφαρμόζουμε
εσείς εφαρμόζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εφαρμόζουν
Παρατατικός
εγώ εφάρμοζα
εσύ εφάρμοζες
αυτός / αυτή / αυτό εφάρμοζε
εμείς εφαρμόζαμε
εσείς εφαρμόζατε
αυτοί / αυτές / αυτά εφάρμοζαν
Αόριστος
εγώ εφάρμοσα
εσύ εφάρμοσες
αυτός / αυτή / αυτό εφάρμοσε
εμείς εφαρμόσαμε
εσείς εφαρμόσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εφάρμοσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εφαρμόσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εφαρμόσω
εσύ εφαρμόσεις
αυτός / αυτή / αυτό εφαρμόσει
εμείς εφαρμόσουμε
εσείς εφαρμόσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εφαρμόσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εφάρμοζε
εσείς εφαρμόζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εφάρμοσε
εσείς εφαρμόστε
Απαρέμφατο αορίστου
εφαρμόσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εφαρμόζομαι
εσύ εφαρμόζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εφαρμόζεται
εμείς εφαρμοζόμαστε
εσείς εφαρμόζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εφαρμόζονται
Παρατατικός
εγώ εφαρμοζόμουν
εσύ εφαρμοζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εφαρμοζόταν
εμείς εφαρμοζόμασταν
εσείς εφαρμοζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εφαρμόζονταν
Αόριστος
εγώ εφαρμόστηκα
εσύ εφαρμόστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εφαρμόστηκε
εμείς εφαρμοστήκαμε
εσείς εφαρμοστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εφαρμόστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εφαρμοστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εφαρμοστώ
εσύ εφαρμοστείς
αυτός / αυτή / αυτό εφαρμοστεί
εμείς εφαρμοστούμε
εσείς εφαρμοστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εφαρμοστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εφαρμόζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εφαρμόσου
εσείς εφαρμοστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εφαρμοστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary