HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ευστοχώ — definition

Conjugation of ευστοχώ

Regular CEFR B1
ef.stoˈxo

επιτυγχάνω στον σκοπό μου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ευστοχώ
εσύ ευστοχείς
αυτός / αυτή / αυτό ευστοχεί
εμείς ευστοχούμε
εσείς ευστοχείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ευστοχούν
Παρατατικός
εγώ ευστοχούσα
εσύ ευστοχούσες
αυτός / αυτή / αυτό ευστοχούσε
εμείς ευστοχούσαμε
εσείς ευστοχούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ευστοχούσαν
Αόριστος
εγώ ευστόχησα
εσύ ευστόχησες
αυτός / αυτή / αυτό ευστόχησε
εμείς ευστοχήσαμε
εσείς ευστοχήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ευστόχησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ευστοχήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ευστοχήσω
εσύ ευστοχήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ευστοχήσει
εμείς ευστοχήσουμε
εσείς ευστοχήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ευστοχήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ευστοχείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ευστόχησε
εσείς ευστοχήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ευστοχήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary