HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ευημερώ — definition

Conjugation of ευημερώ

Regular CEFR B1
e.vi.meˈɾo

είμαι σε καλή (οικονομική) κατάσταση και -ως εκ τούτου- ζω άνετα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ευημερώ
εσύ ευημερείς
αυτός / αυτή / αυτό ευημερεί
εμείς ευημερούμε
εσείς ευημερείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ευημερούν
Παρατατικός
εγώ ευημερούσα
εσύ ευημερούσες
αυτός / αυτή / αυτό ευημερούσε
εμείς ευημερούσαμε
εσείς ευημερούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ευημερούσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ευημερώ
εσύ θα ευημερείς
αυτός / αυτή / αυτό θα ευημερεί
εμείς θα ευημερούμε
εσείς θα ευημερείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θα ευημερούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ευημερείτε

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary