Conjugation of ευημερώ
e.vi.meˈɾoείμαι σε καλή (οικονομική) κατάσταση και -ως εκ τούτου- ζω άνετα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ευημερώ |
| εσύ | ευημερείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ευημερεί |
| εμείς | ευημερούμε |
| εσείς | ευημερείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ευημερούν |
Παρατατικός
| εγώ | ευημερούσα |
| εσύ | ευημερούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ευημερούσε |
| εμείς | ευημερούσαμε |
| εσείς | ευημερούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ευημερούσαν |
Εξακολουθητικός μέλλοντας
| εγώ | θα ευημερώ |
| εσύ | θα ευημερείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | θα ευημερεί |
| εμείς | θα ευημερούμε |
| εσείς | θα ευημερείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θα ευημερούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ευημερείτε |