HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ευεργετώ — definition

Conjugation of ευεργετώ

Regular CEFR B2
e.veɾ.ʝeˈto

κάνω ευεργεσίες, βοηθώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ευεργετώ
εσύ ευεργετείς
αυτός / αυτή / αυτό ευεργετεί
εμείς ευεργετούμε
εσείς ευεργετείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ευεργετούν
Παρατατικός
εγώ ευεργετούσα
εσύ ευεργετούσες
αυτός / αυτή / αυτό ευεργετούσε
εμείς ευεργετούσαμε
εσείς ευεργετούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ευεργετούσαν
Αόριστος
εγώ ευεργέτησα
εσύ ευεργέτησες
αυτός / αυτή / αυτό ευεργέτησε
εμείς ευεργετήσαμε
εσείς ευεργετήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ευεργέτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ευεργετήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ευεργετήσω
εσύ ευεργετήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ευεργετήσει
εμείς ευεργετήσουμε
εσείς ευεργετήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ευεργετήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ευεργετείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ευεργέτησε
εσείς ευεργετήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ευεργετήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ευεργετούμαι
εσύ ευεργετείσαι
αυτός / αυτή / αυτό ευεργετείται
εμείς ευεργετούμαστε
εσείς ευεργετείστε
αυτοί / αυτές / αυτά ευεργετούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό ευεργετούνταν
εμείς ευεργετούμασταν
εσείς [ευεργετούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά ευεργετούνταν
Αόριστος
εγώ ευεργετήθηκα
εσύ ευεργετήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ευεργετήθηκε
εμείς ευεργετηθήκαμε
εσείς ευεργετηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ευεργετήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ευεργετηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ευεργετηθώ
εσύ ευεργετηθείς
αυτός / αυτή / αυτό ευεργετηθεί
εμείς ευεργετηθούμε
εσείς ευεργετηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ευεργετηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ευεργετείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ευεργετήσου
εσείς ευεργετηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ευεργετηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary