Conjugation of εσωκλείω
esoˈklioτοποθετώ κάτι μέσα σε κάτι άλλο (π.χ. σε φάκελο αλληλογραφίας) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εσωκλείω |
| εσύ | εσωκλείεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εσωκλείει |
| εμείς | εσωκλείουμε |
| εσείς | εσωκλείετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εσωκλείουν |
Παρατατικός
| εγώ | εσώκλεια |
| εσύ | εσώκλειες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εσώκλειε |
| εμείς | εσωκλείαμε |
| εσείς | εσωκλείατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εσώκλειαν |
Αόριστος
| εγώ | εσώκλεισα |
| εσύ | εσώκλεισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εσώκλεισε |
| εμείς | εσωκλείσαμε |
| εσείς | εσωκλείσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εσώκλεισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εσωκλείσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εσωκλείσω |
| εσύ | εσωκλείσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εσωκλείσει |
| εμείς | εσωκλείσουμε |
| εσείς | εσωκλείσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εσωκλείσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εσώκλειε |
| εσείς | εσωκλείετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εσώκλεισε |
| εσείς | εσωκλείστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εσωκλείσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εσωκλείομαι |
| εσύ | εσωκλείεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εσωκλείεται |
| εμείς | εσωκλειόμαστε |
| εσείς | εσωκλείεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εσωκλείονται |
Παρατατικός
| εγώ | εσωκλειόμουν |
| εσύ | εσωκλειόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εσωκλειόταν |
| εμείς | εσωκλειόμασταν |
| εσείς | εσωκλειόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εσωκλείονταν |
Αόριστος
| εγώ | εσωκλείστηκα |
| εσύ | εσωκλείστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εσωκλείστηκε |
| εμείς | εσωκλειστήκαμε |
| εσείς | εσωκλειστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εσωκλείστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εσωκλειστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εσωκλειστώ |
| εσύ | εσωκλειστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εσωκλειστεί |
| εμείς | εσωκλειστούμε |
| εσείς | εσωκλειστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εσωκλειστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εσωκλείεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εσωκλείσου |
| εσείς | εσωκλειστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εσωκλειστεί |