Conjugation of εστιάζω
e.stiˈa.zoσυγκεντρώνω την προσοχή μου σε κάποιο θέμα, το θέτω στο κέντρο του ενδιαφέροντος Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εστιάζω |
| εσύ | εστιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εστιάζει |
| εμείς | εστιάζουμε |
| εσείς | εστιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εστιάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | εστίαζα |
| εσύ | εστίαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εστίαζε |
| εμείς | εστιάζαμε |
| εσείς | εστιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εστίαζαν |
Αόριστος
| εγώ | εστίασα |
| εσύ | εστίασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εστίασε |
| εμείς | εστιάσαμε |
| εσείς | εστιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εστίασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εστιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εστιάσω |
| εσύ | εστιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εστιάσει |
| εμείς | εστιάσουμε |
| εσείς | εστιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εστιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | εστίαζε |
| εσείς | εστιάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εστίασε |
| εσείς | εστιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εστιάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εστιάζομαι |
| εσύ | εστιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εστιάζεται |
| εμείς | εστιαζόμαστε |
| εσείς | εστιάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εστιάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | εστιαζόμουν |
| εσύ | εστιαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | εστιαζόταν |
| εμείς | εστιαζόμασταν |
| εσείς | εστιαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εστιάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | εστιάστηκα |
| εσύ | εστιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εστιάστηκε |
| εμείς | εστιαστήκαμε |
| εσείς | εστιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εστιάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εστιαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εστιαστώ |
| εσύ | εστιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εστιαστεί |
| εμείς | εστιαστούμε |
| εσείς | εστιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εστιαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εστιάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εστιάσου |
| εσείς | εστιαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εστιαστεί |