HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εστιάζω — definition

Conjugation of εστιάζω

Regular CEFR B1
e.stiˈa.zo

συγκεντρώνω την προσοχή μου σε κάποιο θέμα, το θέτω στο κέντρο του ενδιαφέροντος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εστιάζω
εσύ εστιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό εστιάζει
εμείς εστιάζουμε
εσείς εστιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά εστιάζουν
Παρατατικός
εγώ εστίαζα
εσύ εστίαζες
αυτός / αυτή / αυτό εστίαζε
εμείς εστιάζαμε
εσείς εστιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά εστίαζαν
Αόριστος
εγώ εστίασα
εσύ εστίασες
αυτός / αυτή / αυτό εστίασε
εμείς εστιάσαμε
εσείς εστιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά εστίασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εστιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εστιάσω
εσύ εστιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό εστιάσει
εμείς εστιάσουμε
εσείς εστιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά εστιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ εστίαζε
εσείς εστιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εστίασε
εσείς εστιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
εστιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εστιάζομαι
εσύ εστιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εστιάζεται
εμείς εστιαζόμαστε
εσείς εστιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εστιάζονται
Παρατατικός
εγώ εστιαζόμουν
εσύ εστιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εστιαζόταν
εμείς εστιαζόμασταν
εσείς εστιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εστιάζονταν
Αόριστος
εγώ εστιάστηκα
εσύ εστιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εστιάστηκε
εμείς εστιαστήκαμε
εσείς εστιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εστιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εστιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εστιαστώ
εσύ εστιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό εστιαστεί
εμείς εστιαστούμε
εσείς εστιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εστιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εστιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εστιάσου
εσείς εστιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εστιαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary