HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ερημώνω — definition

Conjugation of ερημώνω

Regular CEFR B1
e.ɾiˈmo.no

κάνω έναν τόπο έρημο, συνήθως μόνο από πληθυσμό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ερημώνω
εσύ ερημώνεις
αυτός / αυτή / αυτό ερημώνει
εμείς ερημώνουμε
εσείς ερημώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ερημώνουν
Παρατατικός
εγώ ερήμωνα
εσύ ερήμωνες
αυτός / αυτή / αυτό ερήμωνε
εμείς ερημώναμε
εσείς ερημώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ερήμωναν
Αόριστος
εγώ ερήμωσα
εσύ ερήμωσες
αυτός / αυτή / αυτό ερήμωσε
εμείς ερημώσαμε
εσείς ερημώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ερήμωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ερημώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ερημώσω
εσύ ερημώσεις
αυτός / αυτή / αυτό ερημώσει
εμείς ερημώσουμε
εσείς ερημώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ερημώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ερήμωνε
εσείς ερημώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ερήμωσε
εσείς ερημώστε
Απαρέμφατο αορίστου
ερημώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ερημώνομαι
εσύ ερημώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ερημώνεται
εμείς ερημωνόμαστε
εσείς ερημώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ερημώνονται
Παρατατικός
εγώ ερημωνόμουν
εσύ ερημωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ερημωνόταν
εμείς ερημωνόμασταν
εσείς ερημωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ερημώνονταν
Αόριστος
εγώ ερημώθηκα
εσύ ερημώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ερημώθηκε
εμείς ερημωθήκαμε
εσείς ερημωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ερημώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ερημωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ερημωθώ
εσύ ερημωθείς
αυτός / αυτή / αυτό ερημωθεί
εμείς ερημωθούμε
εσείς ερημωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ερημωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ερημώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ερημώσου
εσείς ερημωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ερημωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary