Conjugation of ερημώνω
e.ɾiˈmo.noκάνω έναν τόπο έρημο, συνήθως μόνο από πληθυσμό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ερημώνω |
| εσύ | ερημώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ερημώνει |
| εμείς | ερημώνουμε |
| εσείς | ερημώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ερημώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | ερήμωνα |
| εσύ | ερήμωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ερήμωνε |
| εμείς | ερημώναμε |
| εσείς | ερημώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ερήμωναν |
Αόριστος
| εγώ | ερήμωσα |
| εσύ | ερήμωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ερήμωσε |
| εμείς | ερημώσαμε |
| εσείς | ερημώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ερήμωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ερημώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ερημώσω |
| εσύ | ερημώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ερημώσει |
| εμείς | ερημώσουμε |
| εσείς | ερημώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ερημώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ερήμωνε |
| εσείς | ερημώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ερήμωσε |
| εσείς | ερημώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ερημώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ερημώνομαι |
| εσύ | ερημώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ερημώνεται |
| εμείς | ερημωνόμαστε |
| εσείς | ερημώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ερημώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ερημωνόμουν |
| εσύ | ερημωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ερημωνόταν |
| εμείς | ερημωνόμασταν |
| εσείς | ερημωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ερημώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | ερημώθηκα |
| εσύ | ερημώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ερημώθηκε |
| εμείς | ερημωθήκαμε |
| εσείς | ερημωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ερημώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ερημωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ερημωθώ |
| εσύ | ερημωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ερημωθεί |
| εμείς | ερημωθούμε |
| εσείς | ερημωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ερημωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ερημώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ερημώσου |
| εσείς | ερημωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ερημωθεί |