HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ερευνάω — definition

Conjugation of ερευνάω

Regular CEFR B1
e.ɾevˈna.o

to search, investigate Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ερευνάω
εσύ ερευνάς
αυτός / αυτή / αυτό ερευνάει
εμείς ερευνάμε
εσείς ερευνάτε
αυτοί / αυτές / αυτά ερευνάνε
Παρατατικός
εγώ ερευνούσα
εσύ ερευνούσες
αυτός / αυτή / αυτό ερευνούσε
εμείς ερευνούσαμε
εσείς ερευνούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ερευνούσαν
Αόριστος
εγώ ερεύνησα
εσύ ερεύνησες
αυτός / αυτή / αυτό ερεύνησε
εμείς ερευνήσαμε
εσείς ερευνήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ερεύνησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ερευνήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ερευνήσω
εσύ ερευνήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ερευνήσει
εμείς ερευνήσουμε
εσείς ερευνήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ερευνήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ερεύνα
εσείς ερευνάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ερεύνησε
εσείς ερευνήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ερευνήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ερευνώμαι - ερευνιέμαι
εσύ ερευνάσαι - ερευνιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό ερευνάται - ερευνιέται
εμείς ερευνόμαστε
εσείς ερευνάστε
αυτοί / αυτές / αυτά ερευνώνται - ερευνιούνται
Παρατατικός
εγώ — - ερευνιόμουν
εσύ — - ερευνιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό {ερευνάτο} - ερευνιόταν
εμείς — - ερευνιόμασταν
εσείς — - ερευνιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά {ερευνώντο} - ερευνιόνταν
Αόριστος
εγώ ερευνήθηκα
εσύ ερευνήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ερευνήθηκε
εμείς ερευνηθήκαμε
εσείς ερευνηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ερευνήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ερευνηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ερευνηθώ
εσύ ερευνηθείς
αυτός / αυτή / αυτό ερευνηθεί
εμείς ερευνηθούμε
εσείς ερευνηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ερευνηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ερευνάστε - ερευνιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ερευνήσου
εσείς ερευνηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ερευνηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary