HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ερεθίζω — definition

Conjugation of ερεθίζω

Regular CEFR B1
e.ɾeˈθi.zo

επενεργώ πάνω σε κάποιον ή κάτι και προκαλώ κάποιου είδους αντίδραση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ερεθίζω
εσύ ερεθίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ερεθίζει
εμείς ερεθίζουμε
εσείς ερεθίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ερεθίζουν
Παρατατικός
εγώ ερέθιζα
εσύ ερέθιζες
αυτός / αυτή / αυτό ερέθιζε
εμείς ερεθίζαμε
εσείς ερεθίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ερέθιζαν
Αόριστος
εγώ ερέθισα
εσύ ερέθισες
αυτός / αυτή / αυτό ερέθισε
εμείς ερεθίσαμε
εσείς ερεθίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ερέθισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ερεθίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ερεθίσω
εσύ ερεθίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ερεθίσει
εμείς ερεθίσουμε
εσείς ερεθίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ερεθίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ερέθιζε
εσείς ερεθίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ερέθισε
εσείς ερεθίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ερεθίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ερεθίζομαι
εσύ ερεθίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ερεθίζεται
εμείς ερεθιζόμαστε
εσείς ερεθίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ερεθίζονται
Παρατατικός
εγώ ερεθιζόμουν
εσύ ερεθιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ερεθιζόταν
εμείς ερεθιζόμασταν
εσείς ερεθιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ερεθίζονταν
Αόριστος
εγώ ερεθίστηκα
εσύ ερεθίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ερεθίστηκε
εμείς ερεθιστήκαμε
εσείς ερεθιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ερεθίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ερεθιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ερεθιστώ
εσύ ερεθιστείς
αυτός / αυτή / αυτό ερεθιστεί
εμείς ερεθιστούμε
εσείς ερεθιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ερεθιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ερεθίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ερεθίσου
εσείς ερεθιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ερεθιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary