HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εργάζομαι — definition

Conjugation of εργάζομαι

Regular CEFR C1
eɾˈɣa.zo.me

δουλεύω Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εργάζομαι
εσύ εργάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό εργάζεται
εμείς εργαζόμαστε
εσείς εργάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά εργάζονται
Παρατατικός
εγώ εργαζόμουν
εσύ εργαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό εργαζόταν
εμείς εργαζόμασταν
εσείς εργαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά εργάζονταν
Αόριστος
εγώ εργάστηκα
εσύ εργάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό εργάστηκε
εμείς εργαστήκαμε
εσείς εργαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά εργάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εργαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εργαστώ
εσύ εργαστείς
αυτός / αυτή / αυτό εργαστεί
εμείς εργαστούμε
εσείς εργαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά εργαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εργάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ εργάσου
εσείς εργαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
εργαστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary