HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επωμίζομαι — definition

Conjugation of επωμίζομαι

Regular CEFR B2
e.po.miˈzo.me

αναλαμβάνω ή παίρνω πάνω μου κάποιο δύσκολο έργο, ευθύνες, κλπ. Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επωμίζομαι
εσύ επωμίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό επωμίζεται
εμείς επωμιζόμαστε
εσείς επωμίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά επωμίζονται
Παρατατικός
εγώ επωμιζόμουν
εσύ επωμιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό επωμιζόταν
εμείς επωμιζόμασταν
εσείς επωμιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά επωμίζονταν
Αόριστος
εγώ επωμίστηκα
εσύ επωμίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό επωμίστηκε
εμείς επωμιστήκαμε
εσείς επωμιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά επωμίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επωμιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επωμιστώ
εσύ επωμιστείς
αυτός / αυτή / αυτό επωμιστεί
εμείς επωμιστούμε
εσείς επωμιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επωμιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επωμίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επωμίσου
εσείς επωμιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
επωμιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary