Conjugation of επωμίζομαι
e.po.miˈzo.meαναλαμβάνω ή παίρνω πάνω μου κάποιο δύσκολο έργο, ευθύνες, κλπ. Ver definición completa →
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επωμίζομαι |
| εσύ | επωμίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | επωμίζεται |
| εμείς | επωμιζόμαστε |
| εσείς | επωμίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επωμίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | επωμιζόμουν |
| εσύ | επωμιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | επωμιζόταν |
| εμείς | επωμιζόμασταν |
| εσείς | επωμιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επωμίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | επωμίστηκα |
| εσύ | επωμίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επωμίστηκε |
| εμείς | επωμιστήκαμε |
| εσείς | επωμιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επωμίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επωμιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επωμιστώ |
| εσύ | επωμιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | επωμιστεί |
| εμείς | επωμιστούμε |
| εσείς | επωμιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επωμιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επωμίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επωμίσου |
| εσείς | επωμιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επωμιστεί |