HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επουλώνω — definition

Conjugation of επουλώνω

Regular CEFR B2
e.puˈlo.no

βοηθώ να ξεπεραστεί ένα ψυχικό τραύμα, προσωπική, κοινωνική, εθνική τραγωδία κ.λπ. Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επουλώνω
εσύ επουλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό επουλώνει
εμείς επουλώνουμε
εσείς επουλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά επουλώνουν
Παρατατικός
εγώ επούλωνα
εσύ επούλωνες
αυτός / αυτή / αυτό επούλωνε
εμείς επουλώναμε
εσείς επουλώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά επούλωναν
Αόριστος
εγώ επούλωσα
εσύ επούλωσες
αυτός / αυτή / αυτό επούλωσε
εμείς επουλώσαμε
εσείς επουλώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επούλωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επουλώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επουλώσω
εσύ επουλώσεις
αυτός / αυτή / αυτό επουλώσει
εμείς επουλώσουμε
εσείς επουλώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά επουλώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ επούλωνε
εσείς επουλώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επούλωσε
εσείς επουλώστε
Απαρέμφατο αορίστου
επουλώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επουλώνομαι
εσύ επουλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό επουλώνεται
εμείς επουλωνόμαστε
εσείς επουλώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά επουλώνονται
Παρατατικός
εγώ επουλωνόμουν
εσύ επουλωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό επουλωνόταν
εμείς επουλωνόμασταν
εσείς επουλωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά επουλώνονταν
Αόριστος
εγώ επουλώθηκα
εσύ επουλώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό επουλώθηκε
εμείς επουλωθήκαμε
εσείς επουλωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά επουλώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επουλωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επουλωθώ
εσύ επουλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό επουλωθεί
εμείς επουλωθούμε
εσείς επουλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επουλωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επουλώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επουλώσου
εσείς επουλωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
επουλωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary