HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επιχειρώ — definition

Conjugation of επιχειρώ

Regular CEFR B2
epiçiˈro

καταπιάνομαι με ένα έργο, προσπαθώ, αποπειρώμαι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επιχειρώ
εσύ επιχειρείς
αυτός / αυτή / αυτό επιχειρεί
εμείς επιχειρούμε
εσείς επιχειρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επιχειρούν
Παρατατικός
εγώ επιχειρούσα
εσύ επιχειρούσες
αυτός / αυτή / αυτό επιχειρούσε
εμείς επιχειρούσαμε
εσείς επιχειρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επιχειρούσαν
Αόριστος
εγώ επιχείρησα
εσύ επιχείρησες
αυτός / αυτή / αυτό επιχείρησε
εμείς επιχειρήσαμε
εσείς επιχειρήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επιχείρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιχειρήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επιχειρήσω
εσύ επιχειρήσεις
αυτός / αυτή / αυτό επιχειρήσει
εμείς επιχειρήσουμε
εσείς επιχειρήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά επιχειρήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επιχειρείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επιχείρησε
εσείς επιχειρήστε
Απαρέμφατο αορίστου
επιχειρήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επιχειρούμαι
εσύ επιχειρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό επιχειρείται
εμείς επιχειρούμαστε
εσείς επιχειρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά επιχειρούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό επιχειρούνταν
εμείς επιχειρούμασταν
εσείς [επιχειρούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά επιχειρούνταν
Αόριστος
εγώ επιχειρήθηκα
εσύ επιχειρήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό επιχειρήθηκε
εμείς επιχειρηθήκαμε
εσείς επιχειρηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά επιχειρήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιχειρηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επιχειρηθώ
εσύ επιχειρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό επιχειρηθεί
εμείς επιχειρηθούμε
εσείς επιχειρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επιχειρηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επιχειρείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επιχειρήσου
εσείς επιχειρηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
επιχειρηθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary