Conjugation of επιταχύνω
e.pi.taˈçi.noαλλάζω το μέτρο ή/και τη διεύθυνση της ταχύτητας ενός σώματος Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επιταχύνω |
| εσύ | επιταχύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιταχύνει |
| εμείς | επιταχύνουμε |
| εσείς | επιταχύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιταχύνουν |
Παρατατικός
| εγώ | επιτάχυνα |
| εσύ | επιτάχυνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιτάχυνε |
| εμείς | επιταχύναμε |
| εσείς | επιταχύνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιτάχυναν |
Αόριστος
| εγώ | επιτάχυνα |
| εσύ | επιτάχυνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιτάχυνε |
| εμείς | επιταχύναμε |
| εσείς | επιταχύνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιτάχυναν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επιταχύνω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επιταχύνω |
| εσύ | επιταχύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιταχύνει |
| εμείς | επιταχύνουμε |
| εσείς | επιταχύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιταχύνουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | επιτάχυνε |
| εσείς | επιταχύνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επιτάχυνε |
| εσείς | επιταχύνετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επιταχύνει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επιταχύνομαι |
| εσύ | επιταχύνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιταχύνεται |
| εμείς | επιταχυνόμαστε |
| εσείς | επιταχύνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιταχύνονται |
Παρατατικός
| εγώ | επιταχυνόμουν |
| εσύ | επιταχυνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιταχυνόταν |
| εμείς | επιταχυνόμασταν |
| εσείς | επιταχυνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιταχύνονταν |
Αόριστος
| εγώ | επιταχύνθηκα |
| εσύ | επιταχύνθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιταχύνθηκε |
| εμείς | επιταχυνθήκαμε |
| εσείς | επιταχυνθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιταχύνθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επιταχυνθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επιταχυνθώ |
| εσύ | επιταχυνθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιταχυνθεί |
| εμείς | επιταχυνθούμε |
| εσείς | επιταχυνθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιταχυνθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επιταχύνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επιταχύνσου |
| εσείς | επιταχυνθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επιταχυνθεί |