HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επιταχύνω — definition

Conjugation of επιταχύνω

Regular CEFR C2
e.pi.taˈçi.no

αλλάζω το μέτρο ή/και τη διεύθυνση της ταχύτητας ενός σώματος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επιταχύνω
εσύ επιταχύνεις
αυτός / αυτή / αυτό επιταχύνει
εμείς επιταχύνουμε
εσείς επιταχύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά επιταχύνουν
Παρατατικός
εγώ επιτάχυνα
εσύ επιτάχυνες
αυτός / αυτή / αυτό επιτάχυνε
εμείς επιταχύναμε
εσείς επιταχύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά επιτάχυναν
Αόριστος
εγώ επιτάχυνα
εσύ επιτάχυνες
αυτός / αυτή / αυτό επιτάχυνε
εμείς επιταχύναμε
εσείς επιταχύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά επιτάχυναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιταχύνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επιταχύνω
εσύ επιταχύνεις
αυτός / αυτή / αυτό επιταχύνει
εμείς επιταχύνουμε
εσείς επιταχύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά επιταχύνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ επιτάχυνε
εσείς επιταχύνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επιτάχυνε
εσείς επιταχύνετε
Απαρέμφατο αορίστου
επιταχύνει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επιταχύνομαι
εσύ επιταχύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό επιταχύνεται
εμείς επιταχυνόμαστε
εσείς επιταχύνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά επιταχύνονται
Παρατατικός
εγώ επιταχυνόμουν
εσύ επιταχυνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό επιταχυνόταν
εμείς επιταχυνόμασταν
εσείς επιταχυνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά επιταχύνονταν
Αόριστος
εγώ επιταχύνθηκα
εσύ επιταχύνθηκες
αυτός / αυτή / αυτό επιταχύνθηκε
εμείς επιταχυνθήκαμε
εσείς επιταχυνθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά επιταχύνθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιταχυνθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επιταχυνθώ
εσύ επιταχυνθείς
αυτός / αυτή / αυτό επιταχυνθεί
εμείς επιταχυνθούμε
εσείς επιταχυνθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επιταχυνθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επιταχύνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επιταχύνσου
εσείς επιταχυνθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
επιταχυνθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary