Conjugation of επιστρέφω
e.piˈstɾe.foγυρίζω πίσω, έρχομαι πάλι στον τόπο από τον οποίο είχα φύγει κάποτε Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επιστρέφω |
| εσύ | επιστρέφεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιστρέφει |
| εμείς | επιστρέφουμε |
| εσείς | επιστρέφετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιστρέφουν |
Παρατατικός
| εγώ | επέστρεφα |
| εσύ | επέστρεφες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επέστρεφε |
| εμείς | επιστρέφαμε |
| εσείς | επιστρέφατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επέστρεφαν |
Αόριστος
| εγώ | επέστρεψα |
| εσύ | επέστρεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επέστρεψε |
| εμείς | επιστρέψαμε |
| εσείς | επιστρέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επέστρεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επιστρέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επιστρέψω |
| εσύ | επιστρέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιστρέψει |
| εμείς | επιστρέψουμε |
| εσείς | επιστρέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιστρέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | επίστρεφε |
| εσείς | επιστρέφετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επίστρεψε |
| εσείς | επιστρέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επιστρέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επιστρέφομαι |
| εσύ | επιστρέφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιστρέφεται |
| εμείς | επιστρεφόμαστε |
| εσείς | επιστρέφεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιστρέφονται |
Παρατατικός
| εγώ | επιστρεφόμουν |
| εσύ | επιστρεφόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιστρεφόταν |
| εμείς | επιστρεφόμασταν |
| εσείς | επιστρεφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιστρέφονταν |
Αόριστος
| εγώ | επιστράφηκα |
| εσύ | επιστράφηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιστράφηκε |
| εμείς | επιστραφήκαμε |
| εσείς | επιστραφήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιστράφηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επιστραφώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επιστραφώ |
| εσύ | επιστραφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιστραφεί |
| εμείς | επιστραφούμε |
| εσείς | επιστραφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιστραφούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επιστρέφεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | επιστραφείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επιστραφεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.