HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επιπλέω — definition

Conjugation of επιπλέω

Regular CEFR B1
e.piˈple.o

παραμένω στην επιφάνεια ενός υγρού Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επιπλέω
εσύ επιπλέεις
αυτός / αυτή / αυτό επιπλέει
εμείς επιπλέουμε
εσείς επιπλέετε
αυτοί / αυτές / αυτά επιπλέουν
Παρατατικός
εγώ επέπλεα
εσύ επέπλεες
αυτός / αυτή / αυτό επέπλεε
εμείς επιπλέαμε
εσείς επιπλέατε
αυτοί / αυτές / αυτά επέπλεαν
Αόριστος
εγώ επέπλευσα
εσύ επέπλευσες
αυτός / αυτή / αυτό επέπλευσε
εμείς επιπλεύσαμε
εσείς επιπλεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επέπλευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιπλεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επιπλεύσω
εσύ επιπλεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό επιπλεύσει
εμείς επιπλεύσουμε
εσείς επιπλεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά επιπλεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ επίπλεε
εσείς επιπλέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επίπλευσε
εσείς επιπλεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
επιπλεύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary