HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επινοώ — definition

Conjugation of επινοώ

Regular CEFR B1
e.pi.noˈo

σκέφτομαι κάτι καινούργιο για την εμπειρία μου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επινοώ
εσύ επινοείς
αυτός / αυτή / αυτό επινοεί
εμείς επινοούμε
εσείς επινοείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επινοούν
Παρατατικός
εγώ επινοούσα
εσύ επινοούσες
αυτός / αυτή / αυτό επινοούσε
εμείς επινοούσαμε
εσείς επινοούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επινοούσαν
Αόριστος
εγώ επινόησα
εσύ επινόησες
αυτός / αυτή / αυτό επινόησε
εμείς επινοήσαμε
εσείς επινοήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επινόησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επινοήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επινοήσω
εσύ επινοήσεις
αυτός / αυτή / αυτό επινοήσει
εμείς επινοήσουμε
εσείς επινοήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά επινοήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επινοείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επινόησε
εσείς επινοήστε
Απαρέμφατο αορίστου
επινοήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επινοούμαι
εσύ επινοείσαι
αυτός / αυτή / αυτό επινοείται
εμείς επινοούμαστε
εσείς επινοείστε
αυτοί / αυτές / αυτά επινοούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό επινοούνταν
εμείς επινοούμασταν
εσείς [επινοούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά επινοούνταν
Αόριστος
εγώ επινοήθηκα
εσύ επινοήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό επινοήθηκε
εμείς επινοηθήκαμε
εσείς επινοηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά επινοήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επινοηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επινοηθώ
εσύ επινοηθείς
αυτός / αυτή / αυτό επινοηθεί
εμείς επινοηθούμε
εσείς επινοηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επινοηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επινοείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επινοήσου
εσείς επινοηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
επινοηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary