Conjugation of επινοώ
e.pi.noˈoσκέφτομαι κάτι καινούργιο για την εμπειρία μου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επινοώ |
| εσύ | επινοείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | επινοεί |
| εμείς | επινοούμε |
| εσείς | επινοείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επινοούν |
Παρατατικός
| εγώ | επινοούσα |
| εσύ | επινοούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επινοούσε |
| εμείς | επινοούσαμε |
| εσείς | επινοούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επινοούσαν |
Αόριστος
| εγώ | επινόησα |
| εσύ | επινόησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επινόησε |
| εμείς | επινοήσαμε |
| εσείς | επινοήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επινόησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επινοήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επινοήσω |
| εσύ | επινοήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επινοήσει |
| εμείς | επινοήσουμε |
| εσείς | επινοήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επινοήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επινοείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επινόησε |
| εσείς | επινοήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επινοήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επινοούμαι |
| εσύ | επινοείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | επινοείται |
| εμείς | επινοούμαστε |
| εσείς | επινοείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επινοούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | επινοούνταν |
| εμείς | επινοούμασταν |
| εσείς | [επινοούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επινοούνταν |
Αόριστος
| εγώ | επινοήθηκα |
| εσύ | επινοήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επινοήθηκε |
| εμείς | επινοηθήκαμε |
| εσείς | επινοηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επινοήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επινοηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επινοηθώ |
| εσύ | επινοηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | επινοηθεί |
| εμείς | επινοηθούμε |
| εσείς | επινοηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επινοηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επινοείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επινοήσου |
| εσείς | επινοηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επινοηθεί |