Conjugation of επιμένω
e.piˈme.noδεν αφήνω κάτι στη μέση μιας προσπάθειας, εξακολουθώ να κάνω ή να επιδιώκω κάτι παρ’ όλες τις δυσμένειες ή αντιθέσεις που συναντώ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επιμένω |
| εσύ | επιμένεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιμένει |
| εμείς | επιμένουμε |
| εσείς | επιμένετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιμένουν |
Παρατατικός
| εγώ | επέμενα |
| εσύ | επέμενες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επέμενε |
| εμείς | επιμέναμε |
| εσείς | επιμένατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επέμεναν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επιμείνω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επιμείνω |
| εσύ | επιμείνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επιμείνει |
| εμείς | επιμείνουμε |
| εσείς | επιμείνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επιμείνουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επιμένετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επίμεινε |
| εσείς | επιμείνετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επιμείνει |