HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επιμένω — definition

Conjugation of επιμένω

Regular CEFR C1
e.piˈme.no

δεν αφήνω κάτι στη μέση μιας προσπάθειας, εξακολουθώ να κάνω ή να επιδιώκω κάτι παρ’ όλες τις δυσμένειες ή αντιθέσεις που συναντώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επιμένω
εσύ επιμένεις
αυτός / αυτή / αυτό επιμένει
εμείς επιμένουμε
εσείς επιμένετε
αυτοί / αυτές / αυτά επιμένουν
Παρατατικός
εγώ επέμενα
εσύ επέμενες
αυτός / αυτή / αυτό επέμενε
εμείς επιμέναμε
εσείς επιμένατε
αυτοί / αυτές / αυτά επέμεναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επιμείνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επιμείνω
εσύ επιμείνεις
αυτός / αυτή / αυτό επιμείνει
εμείς επιμείνουμε
εσείς επιμείνετε
αυτοί / αυτές / αυτά επιμείνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επιμένετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επίμεινε
εσείς επιμείνετε
Απαρέμφατο αορίστου
επιμείνει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary