HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επικυρώνω — definition

Conjugation of επικυρώνω

Regular CEFR B2
e.pi.ciˈɾo.no

κάνω τις κατάλληλες ενέργειες, σφραγίζω ή υπογράφω, που χρειάζονται ώστε να είναι κάποιο έγγραφο έγκυρο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επικυρώνω
εσύ επικυρώνεις
αυτός / αυτή / αυτό επικυρώνει
εμείς επικυρώνουμε
εσείς επικυρώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά επικυρώνουν
Παρατατικός
εγώ επικύρωνα
εσύ επικύρωνες
αυτός / αυτή / αυτό επικύρωνε
εμείς επικυρώναμε
εσείς επικυρώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά επικύρωναν
Αόριστος
εγώ επικύρωσα
εσύ επικύρωσες
αυτός / αυτή / αυτό επικύρωσε
εμείς επικυρώσαμε
εσείς επικυρώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επικύρωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επικυρώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επικυρώσω
εσύ επικυρώσεις
αυτός / αυτή / αυτό επικυρώσει
εμείς επικυρώσουμε
εσείς επικυρώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά επικυρώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ επικύρωνε
εσείς επικυρώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επικύρωσε
εσείς επικυρώστε
Απαρέμφατο αορίστου
επικυρώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επικυρώνομαι
εσύ επικυρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό επικυρώνεται
εμείς επικυρωνόμαστε
εσείς επικυρώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά επικυρώνονται
Παρατατικός
εγώ επικυρωνόμουν
εσύ επικυρωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό επικυρωνόταν
εμείς επικυρωνόμασταν
εσείς επικυρωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά επικυρώνονταν
Αόριστος
εγώ επικυρώθηκα
εσύ επικυρώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό επικυρώθηκε
εμείς επικυρωθήκαμε
εσείς επικυρωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά επικυρώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επικυρωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επικυρωθώ
εσύ επικυρωθείς
αυτός / αυτή / αυτό επικυρωθεί
εμείς επικυρωθούμε
εσείς επικυρωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επικυρωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επικυρώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επικυρώσου
εσείς επικυρωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
επικυρωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary