Conjugation of επικυρώνω
e.pi.ciˈɾo.noκάνω τις κατάλληλες ενέργειες, σφραγίζω ή υπογράφω, που χρειάζονται ώστε να είναι κάποιο έγγραφο έγκυρο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επικυρώνω |
| εσύ | επικυρώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επικυρώνει |
| εμείς | επικυρώνουμε |
| εσείς | επικυρώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επικυρώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | επικύρωνα |
| εσύ | επικύρωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επικύρωνε |
| εμείς | επικυρώναμε |
| εσείς | επικυρώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επικύρωναν |
Αόριστος
| εγώ | επικύρωσα |
| εσύ | επικύρωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επικύρωσε |
| εμείς | επικυρώσαμε |
| εσείς | επικυρώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επικύρωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επικυρώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επικυρώσω |
| εσύ | επικυρώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | επικυρώσει |
| εμείς | επικυρώσουμε |
| εσείς | επικυρώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επικυρώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | επικύρωνε |
| εσείς | επικυρώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επικύρωσε |
| εσείς | επικυρώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επικυρώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | επικυρώνομαι |
| εσύ | επικυρώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | επικυρώνεται |
| εμείς | επικυρωνόμαστε |
| εσείς | επικυρώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επικυρώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | επικυρωνόμουν |
| εσύ | επικυρωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | επικυρωνόταν |
| εμείς | επικυρωνόμασταν |
| εσείς | επικυρωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επικυρώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | επικυρώθηκα |
| εσύ | επικυρώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | επικυρώθηκε |
| εμείς | επικυρωθήκαμε |
| εσείς | επικυρωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επικυρώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα επικυρωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | επικυρωθώ |
| εσύ | επικυρωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | επικυρωθεί |
| εμείς | επικυρωθούμε |
| εσείς | επικυρωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | επικυρωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | επικυρώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | επικυρώσου |
| εσείς | επικυρωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | επικυρωθεί |