HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← επικρατώ — definition

Conjugation of επικρατώ

Regular CEFR B2
epikraˈto

εμφανίζομαι ισχυρότερος από άλλον Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ επικρατώ
εσύ επικρατείς
αυτός / αυτή / αυτό επικρατεί
εμείς επικρατούμε
εσείς επικρατείτε
αυτοί / αυτές / αυτά επικρατούν
Παρατατικός
εγώ επικρατούσα
εσύ επικρατούσες
αυτός / αυτή / αυτό επικρατούσε
εμείς επικρατούσαμε
εσείς επικρατούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επικρατούσαν
Αόριστος
εγώ επικράτησα
εσύ επικράτησες
αυτός / αυτή / αυτό επικράτησε
εμείς επικρατήσαμε
εσείς επικρατήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά επικράτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα επικρατήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ επικρατήσω
εσύ επικρατήσεις
αυτός / αυτή / αυτό επικρατήσει
εμείς επικρατήσουμε
εσείς επικρατήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά επικρατήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς επικρατείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ επικράτησε
εσείς επικρατήστε
Απαρέμφατο αορίστου
επικρατήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary